Μετά τη μεγάλη επιτυχία της «Αλλης Θήβας», ο Σέρχιο Μπλάνκο επιστρέφει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου όχι απλώς μ’ ένα νέο έργο, αλλά με μία ακόμα πρόκληση προς τον θεατή και τον ίδιο του τον εαυτό. Στην παράσταση «Ανθη του κακού», που ανεβαίνει στον Κάτω Χώρο του θεάτρου σε δική του σκηνοθεσία, ο διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας συνεχίζει την επίμονη και βαθιά προσωπική του αναμέτρηση με τη βία, την αφήγηση και την αλήθεια. «Οταν με προσκάλεσαν να κάνω μια παράσταση στο υπέροχο θέατρο που αγαπώ τόσο πολύ, σκέφτηκα αμέσως την κάτω αίθουσα και να ανεβάσω τη διάλεξη για τη βία. Μου φάνηκε ενδιαφέρον ότι το ίδιο κοινό που είχε ανακαλύψει την “Αλλη Θήβα” στην αίθουσα του επάνω ορόφου, τώρα θα κατέβει στα υπόγεια του ίδιου θεάτρου, σαν να κατέβαινε στα υπόγεια του έργου. Είναι μια πρόσκληση να ανακαλύψει τον υπόγειο κόσμο της “Αλλης Θήβας” που προφανώς είναι βίαιος. Κατά κάποιον τρόπο, “Τα άνθη του κακού” είναι ένα κείμενο που αμφισβητεί και μας αμφισβητεί σχετικά με τον περίπλοκο δεσμό που μπορεί να υπάρχει μεταξύ της βίας, των ανθρώπων και της τέχνης. Σε κάθε περίπτωση, η τέχνη μας προσφέρει πολύ συχνά τη δυνατότητα να εξοικειωθούμε με τη βία και την επικινδυνότητά της κι αυτή η διάλεξη αναφέρεται ακριβώς εκεί», επισημαίνει ο Σέρχιο Μπλάνκο μιλώντας στο «Νσυν».
Στήνοντας τον μονόλογό του, ο ίδιος επιστρατεύει έναν υβριδικό θεατρικό λόγο, την «αυτομυθοπλασία» που μοιάζει ταυτόχρονα με διάλεξη, εξομολόγηση και τελετουργία, βαδίζοντας στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο. «Χρησιμοποιώντας αυτή την έκφραση, αναφέρομαι σε μια λέξη όπου ο λόγος της διάλεξης, που είναι ένας δημόσιος, ρητός και αντικειμενικός, διακόπτεται ξαφνικά από τον αυτομυθοπλαστικό, που είναι βασισμένος στο ιδιωτικό, το προσωπικό και το υποκειμενικό. Το αποτέλεσμα είναι μια λέξη που καταλήγει να είναι υβριδική, δηλαδή είναι ταυτόχρονα ακαδημαϊκή και θεατρική. Το υβριδικό είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ.
Στο ίδιο μέσο συνυπάρχουν δύο αντίθετα πράγματα. Από τη στιγμή που μπαίνουμε στην αίθουσα και καθόμαστε, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα θεατρικό γεγονός και μεταμορφωνόμαστε σε θεατές. Αυτή η διαδικασία μετατροπής, μέσω της οποίας κάθε άτομο που κάθεται σε μια αίθουσα μετατρέπεται ξαφνικά σε θεατή, μου φαίνεται κάτι θαυμάσιο. Στο θέατρο, όχι μόνο οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε άλλα όντα, αλλά και οι θεατές. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το άτομο που μετατρέπεται περισσότερο στο θέατρο είναι ο θεατής που ξαφνικά αποδέχεται τη συμφωνία να πιστέψει σε ψέματα και να συγκινηθεί πραγματικά με πράγματα που ξέρει ότι δεν είναι αληθινά. Πρόκειται για μια διαδικασία μεταμόρφωσης που είναι θαυμαστή», επισημαίνει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης.
Το μυστικό της αυτομυθοπλασίας
Η αφήγηση εκκινεί με τον Σέρχιο Μπλάνκο να στέκεται μπροστά στον πίνακα του Ρέμπραντ «Η τύφλωση του Σαμψών από τους Φιλισταίους» και ξεκινάει μια διάλεξη περί βίας. Τον ρόλο του, ωστόσο, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει η Δέσποινα Σαραφείδου. «Το πιο ενδιαφέρον για τον εαυτό μας βρίσκεται πάντα στους άλλους. Είμαι πεπεισμένος για αυτό. Γι’ αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον να σε υποδύεται κάποιος άλλος, γιατί αυτό σημαίνει ότι ερμηνεύεσαι από άλλες οπτικές γωνίες, με άλλη φωνή, σώμα, συναισθήματα και χειρονομίες. Το να με βλέπω πάντα στη σκηνή να με υποδύεται ένας ή μία ηθοποιός είναι κάτι υπέροχο: μου επιτρέπει να αναπαράγω τον εαυτό μου με άλλο τρόπο. Μου επιτρέπει να τον επανεφεύρω, να τον επαναδιαμορφώσω, να τον ανακαλύψω ξανά. Και όταν πρόκειται για μια ηθοποιό με την ευφυΐα, την ευαισθησία και την ομορφιά της Δέσποινας, τότε το αποτέλεσμα είναι κάτι φοβερό. Ολα αυτά επιτρέπουν στο εγώ μου να διαλύεται σε άλλα σώματα, σε άλλα όντα. Το μυστικό της αυτομυθοπλασίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: στον τρόπο με τον οποίο το εγώ εξαφανίζεται», υπογραμμίζει ο δημιουργός της παράστασης.
Κάπου ανάμεσα στη θεωρία και την εξομολόγηση, ο λόγος επιστρέφει εμμονικά στη βία, όχι ως θεματικό εύρημα αλλά ως εμπειρία που διαπερνά το σώμα, τη μνήμη και τη γραφή κι αφορά τόσο πολύ το σήμερα. «Η βία για την οποία μιλάει αυτό το κείμενο υπερβαίνει αυτήν που βιώνουμε σε κάθε εποχή. Προσπαθώ να μιλήσω για κάτι που είναι εγγενές στον άνθρωπο, πέρα από τις ιστορικές στιγμές. Πιστεύω ότι ο κόσμος ήταν, είναι και θα είναι πάντα βίαιος. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να υπάρχουν περίοδοι πιο βίαιες από άλλες, αλλά η βία υπάρχει πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι η εποχή που ζούμε είναι πάντα η πιο βίαιη και είναι φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό, αλλά αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η βία του παρόντος είναι αυτή που βιώνουμε οι ίδιοι. Τελικά, κάθε εποχή έχει και θα έχει πάντα το μερίδιό της στη βία. Είναι πιο βίαιο αυτό που συμβαίνει σήμερα από ό,τι συνέβη στο Βιετνάμ ή στο Κόσοβο ή στο Αφγανιστάν ή στον Εκατονταετή Πόλεμο ή στην Τροία του Πρίαμου; Κάθε εποχή ερμηνεύει με τον πόνο και τη θλίψη του παρόντος της», δηλώνει ο Σέρχιο Μπλάνκο.
«Τα άνθη του κακού» αποτελούν το δεύτερο μέρος της τριλογίας αυτομυθοπλαστικών διαλέξεων «Εξομολογήσεις» του συγγραφέα όπου η βία δεν παρουσιάζεται ποτέ ως ένα εξωτερικό γεγονός με σαφή αίτια κι ενόχους. «Ολα συμβάλλουν στο να γίνουμε βίαιοι. Υπάρχει κάτι στον άνθρωπο που μας κάνει να είμαστε ένα εξαιρετικά βίαιο είδος. Πάντα ήταν έτσι. Η βία είναι κάτι που χαρακτηρίζει το είδος μας. Και είναι σαν να μη μαθαίνουμε, γιατί επαναλαμβάνουμε πάντα την ίδια ιστορία. Ο άνθρωπος δεν σκοντάφτει δύο φορές στον ίδιο βράχο, αλλά χιλιάδες φορές. Αν συγκριθούμε με τα άλλα ζωικά είδη, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε το πιο βίαιο από όλα: αυτοκαταστρεφόμαστε με ανεξέλεγκτο και συλλογικό τρόπο. Η αυτοκαταστροφή είναι μια από τις πιο εξελιγμένες μορφές βίας που μπορούν να υπάρχουν», τονίζει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης και καταλήγει.
«Πιστεύω ότι η βία είναι κάτι που μπορεί να ξεμαθευτεί. Εκεί βρίσκεται η πίστη, η ελπίδα, η προσδοκία μου. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται πολλή δουλειά και θέληση. Ισως αυτός είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να καταπολεμήσουμε τη βία: ξεμαθαίνοντάς την. Είναι κυρίως πολιτικό και κοινωνικό έργο. Και κυρίως συλλογικό. Οσον αφορά τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το θέατρο, δεν πιστεύω ότι είναι συγκεκριμένος και πρακτικός σε μια διαδικασία που πρέπει να είναι μάλλον πολιτικής φύσεως. Αυτό δεν είναι μηδενισμός – κάτι που απεχθάνομαι –, αλλά μια έντονη πεποίθηση για τον άχρηστο χαρακτήρα της τέχνης. Ο Οσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι κάθε τέχνη είναι ένα άχρηστο πάθος. Μου αρέσει πολύ αυτή η φράση. Κι εγώ πιστεύω ότι το θέατρο είναι ένα άχρηστο πάθος και ακριβώς σε αυτή την άχρηστη φύση του βρίσκεται η δύναμη κι η ομορφιά του. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να αποδίδουμε στο θέατρο – ούτε σε καμία άλλη μορφή τέχνης – οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική πρακτική λειτουργία. Είναι όμορφο το γεγονός ότι κάποια πράγματα δεν είναι χρήσιμα ή δεν εξυπηρετούν απαραίτητα κάποιον σκοπό. Το θέατρο είναι ένα από αυτά. Σε τι χρησιμεύει η ποίηση του Καβάφη; Σε τίποτα. Και γι’ αυτό είναι αιώνια, γιγαντιαία, αθάνατη. Στην άχρηστη φύση ορισμένων πραγμάτων βρίσκεται η πραγματική τους μεγαλοπρέπεια».







