Με την πάροδο των χρόνων οι μνήμες ξεθωριάζουν. Ωστόσο, κάποιες φορές η σπουδαιότητα ορισμένων ιστορικών γεγονότων τις διατηρεί αναλλοίωτες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στην περίπτωσή μας.
Σαν σήμερα, στις 25 Μαΐου 1980, το «γαλατικό χωριό» της Δυτικής Μακεδονίας, η Καστοριά, ενάντια σε μικρούς και μεγάλους, πέτυχε το αδιανόητο. Κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας, ούσα η πρώτη επαρχιακή ομάδα που κατάφερε να φτάσει στην κορυφή του θεσμού.
Ο Γιώργος Παράσχος, γνωστός στο νεανικό κοινό κυρίως από την προπονητική του πορεία, υπήρξε ο εμβληματικός αρχηγός εκείνης της ομάδας. Μιλώντας στο tanea.gr σχολιάζει την πορεία της Καστοριάς μέχρι την κατάκτηση του τίτλου. Παρασυρόμενος από τις αναμνήσεις, θυμάται και διηγείται την εχθρικότητα που βίωσαν ο ίδιος και οι συμπαίκτες του από αντιπάλους οπαδούς, αλλά και τα γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη διάρκεια εκείνης της χρονιάς όσο και την ιστορική κατάληξή της.
Οι δυσκολίες ήταν πολλές, τα εμπόδια τεράστια, αλλά όχι ανυπέρβλητα. Ο Ηρακλής του Χατζηπαναγή έμοιαζε άτρωτος, όμως όλα αυτά έμειναν στη θεωρία, γιατί στην πράξη οι «γουναράδες» τον υπέταξαν.
Η νίκη της Καστοριάς με 5-2 επί του «Γηραιού» στον τελικό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Στο πρώτο παιχνίδι της σεζόν, στο Κύπελλο απέναντι στον Εθνικό, δεν αγωνιστήκατε. Η Καστοριά πήρε την πρόκριση στην παράταση στο Φάληρο. Τι θυμάστε από εκείνο το ματς; Και πόσο αληθινή είναι η ιστορία ότι ο προπονητής του Εθνικού, Μπλαγκστόουν, τρίφτηκε πάνω στον Ερμείδη για να «πάρει» λίγη από την τύχη του, μετά και τα πέντε δοκάρια που είχαν προηγηθεί;
«Ναι, εκείνο το παιχνίδι είχε διεξαχθεί μεσοβδόμαδα. Εγώ δεν αγωνίστηκα, γιατί ο αείμνηστος αδερφός μου αντιμετώπιζε τότε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας και είχε υποβληθεί σε λεπτή επέμβαση στο κεφάλι. Ήμασταν όλοι κοντά του, τόσο εγώ όσο και οι γονείς μας, γι’ αυτό και απουσίασα.
Από εκεί και πέρα, όπως μου είπαν και τα παιδιά, η τύχη ήταν ξεκάθαρα με το μέρος μας. Αν θυμάμαι καλά, ο Εθνικός είχε πέντε δοκάρια. Εμείς προκριθήκαμε με το γκολ του Μπεργελέ στην παράταση και συνεχίσαμε την πορεία μας. Ήταν μια πρόκριση που ήρθε περισσότερο από τύχη.
Λίγες ημέρες αργότερα, ξαναπαίξαμε με τον Εθνικό για το πρωτάθλημα. Παρότι ήταν και πάλι καλύτεροι, δεν κατάφεραν να μας κερδίσουν. Το παιχνίδι κύλησε σχεδόν όπως εκείνο του Κυπέλλου. Μπορεί να μην είχαν τόσα δοκάρια, όμως δημιούργησαν πολλές ευκαιρίες».
Σε αντίθεση με τα παιχνίδια απέναντι στον Εθνικό, οι αναμετρήσεις με την Καβάλα και τον Ολυμπιακό Λουτρακίου αποδείχθηκαν αρκετά πιο εύκολες. Τι είχε προηγηθεί και ήρθαν τόσο άνετα αυτές οι προκρίσεις;
«Περάσαμε σχετικά άνετα και από τις δύο ομάδες, ειδικά από το Λουτράκι, που αγωνιζόταν στη Β’ Εθνική. Άλλωστε, πετύχαμε πέντε γκολ απέναντί τους».
Στα προημιτελικά απέναντι στη Λάρισα πήρατε τη νίκη με 1-0, αποκτώντας προβάδισμα πρόκρισης. Πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστείτε τη ρεβάνς στο κατάμεστο Αλκαζάρ;
«Στην ΑΕΛ αγωνίζονταν σπουδαίοι παίκτες, οι οποίοι αργότερα μεταγράφηκαν σε μεγάλες ομάδες. Κι εμείς, όμως, ήμασταν ένα νεανικό και αρκετά ποιοτικό σύνολο. Ειδικά μεσοεπιθετικά διαθέταμε πολύ καλούς ποδοσφαιριστές. Το ρόστερ μας αποτελούνταν από παίκτες όπως ο Τσιρώνης, ο Λιόλιος, ο Δίντσικος και ο Παπαβασιλείου, οπότε η διαχείριση της ρεβάνς δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο πρόβλημα για εμάς».

Μετά το παιχνίδι στον Θεσσαλικό κάμπο, είπατε μέσα σας «τώρα πάμε να το σηκώσουμε»;
«Ο Εθνικός και η ΑΕΛ ήταν οι δυσκολότεροι αντίπαλοί μας στην πορεία προς τον τελικό. Στον ημιτελικό είχαμε την τύχη να αντιμετωπίσουμε τον Μακεδονικό και όχι κάποιον εκ των Ηρακλή ή ΠΑΟΚ, που συμπλήρωναν επίσης την τετράδα.
Στο παιχνίδι με την ΑΕΛ στο Αλκαζάρ είχαμε πολύ καλή απόδοση. Παράλληλα, είχαμε στο πλευρό μας και αρκετούς φιλάθλους μας, γεγονός που μας έδωσε ώθηση για να πάρουμε την πρόκριση».
Στα ημιτελικά αντιμετωπίσατε τον Μακεδονικό Νεάπολης, ομάδα Β’ Εθνικής. Το γεγονός ότι είχε ήδη αποκλείσει την Κόρινθο και τον τότε Κυπελλούχο Πανιώνιο σας είχε υποψιάσει ώστε να μην πέσετε στην παγίδα της υποτίμησης;
«Στα παιχνίδια με τον Μακεδονικό νικήσαμε 2-0 στην έδρα μας και 2-1 στη Θεσσαλονίκη. Παρότι επικρατήσαμε και στις δύο αναμετρήσεις, δεν γινόταν να τον υποτιμήσουμε. Είχε καλή και έμπειρη ομάδα, με μεγάλο μέσο όρο ηλικίας.
Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ από αυτά τα παιχνίδια είναι η εχθρικότητα των αντιπάλων οπαδών στη Θεσσαλονίκη. Η διαμόρφωση του γηπέδου του Μακεδονικού ήταν τέτοια, που για να φτάσουμε στα αποδυτήρια έπρεπε να περάσουμε μέσα από την κεντρική εξέδρα, ανάμεσα στους φιλάθλους.
Επειδή η κατάσταση ήταν έκρυθμη, μας άνοιξαν τις πόρτες που περιέβαλλαν το γήπεδο για να μπούμε από εκεί και να αποφύγουμε οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια εις βάρος μας. Εμείς, πάντως, ήμασταν υποψιασμένοι για όσα θα μπορούσαν να συμβούν και εμφανιστήκαμε ήδη ντυμένοι με τις εμφανίσεις μας, ώστε να κατευθυνθούμε απευθείας στον αγωνιστικό χώρο.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ότι κατά την άφιξή μας στο γήπεδο, μπροστά μου βρισκόταν ο συμπαίκτης μου, Αντώνης Κόπανος. Εκείνη τη στιγμή, οι φίλαθλοι άρχισαν να πετούν διάφορα αντικείμενα. Ο Αντώνης φοβήθηκε και μετακινήθηκε πίσω μου, με αποτέλεσμα να βρεθώ εγώ μπροστά.
Τότε κάποιος οπαδός πέταξε ένα αυγό, το οποίο κατέληξε στον λαιμό και στη φανέλα μου. Δεν είχαμε δεύτερη εμφάνιση, καθώς φορούσαμε ήδη αυτή με την οποία θα αγωνιζόμασταν.
Αναγκάστηκα να παίξω ολόκληρο το παιχνίδι με τη συγκεκριμένη φανέλα, η οποία μύριζε πολύ άσχημα. Παρότι την έπλυνα στο ημίχρονο, η μυρωδιά παρέμενε έντονη. Ζήσαμε πραγματικά κωμικές στιγμές».

Στα μέσα της χρονιάς ο Σάββας Βασιλειάδης διαδέχθηκε τον Γκόρσκι, σε μια αλλαγή που αποδείχθηκε ευεργετική για την ομάδα. Τι στοιχεία προσέθεσε στους «γουναράδες» και τι σας βοήθησε να πετύχετε αυτόν τον άθλο;
«Ο Σάββας Βασιλειάδης αποδείχθηκε καθοριστικός για την πορεία της ομάδας. Ήταν άνθρωπος του συλλόγου για πολλά χρόνια, έχοντας υπηρετήσει σε διάφορα πόστα, όπως βοηθός προπονητή και σκάουτερ. Ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα, αναζητώντας παίκτες και συνδύαζε ενθουσιασμό με μεγάλη εμπειρία.
Η πορεία μας μέχρι τον τελικό, μάς απάλλαξε από το άγχος, κάτι που αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικό απέναντι στον Ηρακλή. Είχαμε ήδη πετύχει κάτι σπουδαίο και γνωρίζαμε πως ήμασταν το αουτσάιντερ.
Μπήκαμε στον τελικό με τη νοοτροπία ότι δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε και πως θα δίναμε τον καλύτερό μας εαυτό. Αυτή η ψυχολογία μάς βοήθησε να παρουσιαστούμε απελευθερωμένοι και να φτάσουμε σε μια ιστορική επιτυχία».
Στον τελικό, αν και βρεθήκατε νωρίς πίσω στο σκορ, καταφέρατε να ισοφαρίσετε λίγο πριν την ανάπαυλα. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την ψυχολογία σας;
«Μας βοήθησαν και οι συγκυρίες. Για παράδειγμα, στη φάση του πέναλτι που κέρδισε ο Ηρακλής, ο Σαργκάνης έκανε ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Χατζηελευθερίου, που ήταν από τους καλύτερους παίκτες της εποχής. Ο διαιτητής θα μπορούσε να τον αποβάλει, όμως δεν το έκανε. Ο ποδοσφαιριστής του Ηρακλή έγινε αναγκαστική αλλαγή και κανείς δεν μπόρεσε να καλύψει επάξια το κενό του.
Στο 45’ πετύχαμε ένα τυχερό γκολ έπειτα από δυνατό πλάγιο άουτ του Σημαιοφορίδη. Ο αντίπαλος τερματοφύλακας Παπαδόπουλος δεν υπολόγισε σωστά την πορεία της μπάλας και στην προσπάθειά του να απομακρύνει τον κίνδυνο, την ακούμπησε ελάχιστα με τη γροθιά, στέλνοντάς τη στα δίχτυα.
Όλα αυτά, λίγο πριν από την ανάπαυλα, μας έδωσαν μεγάλη ώθηση και πίστη για τη συνέχεια. Απόδειξη ήταν το γκολ που πετύχαμε στο ξεκίνημα του δεύτερου ημιχρόνου, όταν ο Δίντσικος με κεφαλιά μάς έδωσε το προβάδισμα.
Το ηθικό μας εκτοξεύτηκε, ειδικά μετά την αποβολή του κεντρικού αμυντικού του Ηρακλή, του Μιχαηλίδη, λίγα λεπτά αργότερα. Όχι μόνο πιστέψαμε στη νίκη, αλλά κυριαρχήσαμε απέναντι στον σπουδαίο «Γηραιό» και κατακτήσαμε το Κύπελλο Ελλάδας. Ήμασταν η πρώτη επαρχιακή ομάδα που το πέτυχε».

Στον τελικό στη Νέα Φιλαδέλφεια είχατε τη στήριξη χιλιάδων φιλάθλων, αρκετοί εκ των οποίων είχαν ταξιδέψει ακόμη και από το εξωτερικό. Πώς νιώσατε βλέποντάς τους στις εξέδρες;
«Είχαν έρθει περίπου πέντε χιλιάδες Καστοριανοί. Ο κόσμος μάς ακολουθούσε παντού εκείνη την εποχή. Η υποστήριξή τους μας βοήθησε πάρα πολύ».
Πώς βιώσατε τους πανηγυρισμούς μετά τη λήξη του τελικού και τις επόμενες ημέρες στην πόλη της Καστοριάς;
«Συνήθως, μετά από μια κατάκτηση τίτλου, οι ομάδες βγαίνουν για να γιορτάσουν σε κέντρα διασκέδασης. Εμείς, όμως, δεν είχαμε ούτε τη δύναμη ούτε το κουράγιο να κάνουμε κάτι τέτοιο. Με το ζόρι φάγαμε. Είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο να βγούμε κάπου, αλλά τελικά δεν το έκανε κανείς.
Όταν επιστρέψαμε στην Καστοριά, μας υποδέχθηκαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες φίλαθλοι. Για αρκετές ημέρες, σε κάθε σημείο της πόλης επικρατούσε γιορτινό κλίμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για όλους μας».

Τι σημαίνει για εσάς αυτή η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας με την Καστοριά;
«Αυτός ο τίτλος είναι ό,τι σημαντικότερο έχω ζήσει ως ποδοσφαιριστής. Το να καταφέρει μια επαρχιακή ομάδα να κατακτήσει έναν τόσο μεγάλο τίτλο είναι κάτι σπάνιο και ξεχωριστό. Για εμάς είχε ακόμη μεγαλύτερη αξία, γιατί ήρθε μέσα από μεγάλη προσπάθεια και πίστη στις δυνατότητές μας».
Τέλος, πως νιώθετε φέτος που πάλι μια ομάδα της επαρχίας κατέκτησε το Κύπελλο; Πόσο σημαντικό είναι αυτό για το ελληνικό ποδόσφαιρο;
«Σίγουρα η πρόοδος των επαρχιακών ομάδων είναι τεράστια. Τα μπάτζετ, πλέον, είναι πολύ υψηλότερα και δεν είναι τυχαίο ότι βλέπουμε τέτοιες επιτυχίες. Ο ΟΦΗ, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια συγκαταλέγεται στις 6-7 κορυφαίες ομάδες του πρωταθλήματος.
Το γεγονός ότι κατάφερε να κερδίσει τον ΠΑΟΚ ήταν πολύ σημαντικό. Αυτό ήταν το δεύτερο Κύπελλο στην ιστορία του ΟΦΗ. Και όταν είχε κατακτήσει το πρώτο, διέθετε επίσης εξαιρετική ομάδα, επί Βαρδινογιάννη και με προπονητή τον Ευγένιο Γκέραρντ».
Νικόλας Παναγόπουλος








