Η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία και πέντε ακόμη χώρες του ΟΠΕΚ+ συνεδριάζουν σήμερα για να λάβουν την πρώτη τους απόφαση σχετικά με τις ποσοστώσεις παραγωγής πετρελαίου, μετά την αιφνιδιαστική αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από το μπλοκ την περασμένη εβδομάδα.
Ο ΟΠΕΚ+ —το σχήμα που περιλαμβάνει τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών και δέκα ακόμη παραγωγούς— δεν έχει σχολιάσει επίσημα την αποχώρηση των ΗΑΕ, η οποία ανακοινώθηκε την Τρίτη. Η χώρα αποτελούσε βασικό πυλώνα του οργανισμού και ήταν από τις ελάχιστες που μπορούσαν να αυξήσουν ουσιαστικά την παραγωγή τους.
Η ανακοίνωση Τύπου της σημερινής διαδικτυακής συνεδρίασης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η αγορά παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις που θα έχει η αποχώρηση των Εμιράτων στη σταθερότητα του ΟΠΕΚ+.
Σύμφωνα με τον αναλυτή της Global Risk Management, Αρν Λόμαν Ράσμουσεν, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, το Ιράκ, το Κουβέιτ, το Καζακστάν, η Αλγερία και το Ομάν αναμένεται να αυξήσουν τις ποσοστώσεις τους «κατά 188.000 βαρέλια την ημέρα».
Η αύξηση αυτή είναι παρόμοια με εκείνη που είχε ανακοινωθεί τον Μάρτιο και ανανεώθηκε τον Απρίλιο, με τη διαφορά ότι πλέον αφαιρείται το μερίδιο των ΗΑΕ, τα οποία δεν συμμετέχουν πλέον στο μπλοκ.
Η παραγωγή σε μείωση
Παρά την ονομαστική αύξηση, η πραγματική παραγωγή δύσκολα θα ενισχυθεί. Οι κύριες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες του ΟΠΕΚ+ εντοπίζονται στις χώρες του Κόλπου, όπου οι εξαγωγές περιορίζονται λόγω του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν, μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την αναλύτρια της Rystad Energy, Πρίγια Γουάλια, η παραγωγή των χωρών του ΟΠΕΚ+ που υπόκεινται σε ποσοστώσεις «μειώθηκε στα 27,68 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Μάρτιο», έναντι προγραμματισμένων 36,73 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, παρουσιάζοντας «έλλειμμα περίπου 9 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα».
Προβλήματα στις εξαγωγές αντιμετωπίζουν η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Κουβέιτ και φυσικά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η Ρωσία, δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός του ΟΠΕΚ+, ωφελείται από τις υψηλές τιμές ενέργειας, αλλά δυσκολεύεται να επιτύχει τις ποσοστώσεις της λόγω αποεπένδυσης των Δυτικών και των ζημιών από ουκρανικά drones.
Ο ΟΠΕΚ+ αποδυναμωμένος
Η αποχώρηση των ΗΑΕ θεωρείται από την αναλύτρια της Kpler, Αμένα Μακρ, ως «ένα σημαντικό γεγονός», σοβαρότερο ακόμη και από εκείνα του Κατάρ το 2019 και της Ανγκόλας αργότερα. Το Αμπού Ντάμπι, τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός του οργανισμού, διέθετε σημαντικές ανεκμετάλλευτες δυνατότητες, κρίσιμες για τη ρύθμιση της αγοράς.
Ήδη από το 2021, «τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είχαν εκφράσει την έντονη δυσαρέσκειά τους για τις ποσοστώσεις τους», σημειώνει η Μπακρ. Η χώρα έχει επενδύσει εκτενώς στις ενεργειακές υποδομές της, ενώ η εθνική εταιρεία Adnoc σχεδιάζει δυναμικότητα παραγωγής 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως έως το 2027, έναντι προηγούμενης ποσόστωσης 3,447 εκατομμυρίων.
Ο ερευνητής του IRIS, Φράνσις Περίν, δηλώνει στο AFP ότι «έχουν ήδη βιώσιμη ικανότητα 4,3 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως» και στοχεύουν στα 5 εκατομμύρια έως το 2027.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά το Αμπού Ντάμπι ανταγωνιστικό παίκτη στην αγορά, ικανό να παράγει με χαμηλό κόστος και να επηρεάσει τις ισορροπίες που επιχειρούν να διατηρήσουν το Ριάντ και οι σύμμαχοί του, μόλις η κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ εξομαλυνθεί.
Για τον ΟΠΕΚ+, ο κίνδυνος είναι να ακολουθήσουν και άλλες χώρες το παράδειγμα των ΗΑΕ. Το Καζακστάν και το Ιράκ έχουν ήδη δεχθεί επικρίσεις για υπέρβαση των ποσοστώσεών τους, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για τη συνοχή του οργανισμού.





