Τα ελλιπή μέτρα φύλαξης του πρώην Ειρηνοδικείου της Αθήνας, εκεί που στεγάζονται σήμερα μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού υπηρεσίες του Πρωτοδικείου, και τον αγώνα δρόμου που έχει γίνει για να επανδρωθούν τα φυλάκια στο χώρο που εισέβαλε χθες ο 89χρονος περιγράφει με επίσημη ανακοίνωσή του ο προϊστάμενος του Πρωτοδικείου της Αθήνας, εφέτης Χριστόφορος Λινός .
Και τι αποκαλύπτεται από το ιστορικό των επίσημων ενεργειών; Ότι επί της ουσίας από τον Οκτώβριο του 2024 έχουν ξεκινήσει οι προσπάθειες φύλαξης του χώρου, στον οποίο μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαστών, προσέρχονται περισσότεροι δικαστές, δικαστικοί υπάλληλοι και πολίτες, για να τοποθετηθούν ειδικά φυλάκια και κυρίως να επανδρωθούν .
Συγκεκριμένα η διοίκηση του Πρωτοδικείου από τις 24.10.2024 είχε αρμοδίως ζητήσει εγγράφως την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στον χώρο αυτό και μάλιστα την ενεργοποίηση των ευρισκόμενων στις οδούς Δέγλερη και Λουκάρεως -και από ετών εγκαταλελειμμένων- φυλακίων, με την τοποθέτηση σε αυτά συσκευών X-Ray, αλλά και τη λήψη έτερων μέτρων ασφαλείας. Μέχρι την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού είχε ζητηθεί η παρουσία έστω πεζής αστυνομικής δύναμης, προκειμένου να υπάρχει η ελάχιστη απαιτούμενη επιτήρηση.
Πράγματι, αρχικά διατέθηκαν δύο Αστυνομικοί και συγκεκριμένα ένας Αστυνομικός της Ελληνικής Αστυνομίας και ένας Δικαστικός Αστυνομικός, οι οποίοι όμως αργότερα περιορίστηκαν σε έναν και από τον Οκτώβριο του 2025 αποσύρθηκαν αμφότεροι από τις Υπηρεσίες τους, χωρίς έκτοτε να αντικατασταθούν από άλλους. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο ολοκλήρωσε τις αναγκαίες εκ μέρους του ενέργειες ήδη από τις αρχές του τρέχοντος έτους, η τοποθετήθηκε ο απαραίτητος εξοπλισμός και στα δύο προαναφερόμενα φυλάκια, ώστε να μπορέσουν να αποδοθούν σε χρήση, αλλά εκείνα δεν επανδρώθηκαν έως σήμερα με το απαιτούμενο αστυνομικό προσωπικό. «Κατά συνέπεια», επισημαίνει ο κ.Λινός στην ανακοίνωσή του Πρωτοδικείου , «από την παράθεση των ανωτέρω γεγονότων προκύπτει ότι ουδέποτε αποτέλεσε επιλογή της Διοίκησης του Πρωτοδικείου η μη λειτουργία σημείων και συσκευών ελέγχου στο χώρο του πρώην Ειρηνοδικείου Αθηνών».
Ολόκληρη η ανακοίνωση του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Χριστόφορου Λινού έχει ως εξής :
Σχετικά με την ένοπλη επίθεση που σημειώθηκε χθες, 28.4.2026, στο Πρωτοδικείο Αθηνών και ειδικότερα στο χώρο του πρώην Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οδού Λουκάρεως, εξαιτίας της οποίας τραυματίστηκαν τέσσερις Δικαστικοί Υπάλληλοι εν ώρα καθήκοντος, επισημαίνονται τα εξής: Από τις 16.9.2024 και ως συνέπεια της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, μεγάλο μέρος του Πολιτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου μεταστεγάστηκε στις εγκαταστάσεις του πρώην Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Το γεγονός αυτό είχε ως φυσική συνέπεια τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των Δικαστών, Δικηγόρων, Δικαστικών Υπαλλήλων και πολιτών που προσέρχονται εκεί καθημερινά και συνακόλουθα την κατακόρυφη αύξηση των απαιτήσεων ασφαλείας του χώρου. Για το λόγο αυτό, η Διοίκηση του Πρωτοδικείου, ήδη από τις 24.10.2024 είχε αρμοδίως ζητήσει εγγράφως την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στον ανωτέρω χώρο και μάλιστα την ενεργοποίηση των ευρισκόμενων στις οδούς Δέγλερη και Λουκάρεως -και από ετών εγκαταλελειμμένων- φυλακίων, με την τοποθέτηση σε αυτά συσκευών X-Ray, αλλά και τη λήψη έτερων μέτρων ασφαλείας. Ωστόσο, επειδή κάτι τέτοιο ευλόγως δεν μπορούσε να υλοποιηθεί αμέσως, η Διοίκηση του Πρωτοδικείου ζήτησε την παρουσία στο χώρο έστω πεζής αστυνομικής δύναμης, προκειμένου να υπάρχει η ελάχιστη απαιτούμενη επιτήρηση.
Πράγματι, στη συνέχεια διατέθηκαν δύο Αστυνομικοί και συγκεκριμένα ένας Αστυνομικός της Ελληνικής Αστυνομίας και ένας Δικαστικός Αστυνομικός, οι οποίοι όμως αργότερα περιορίστηκαν σε έναν και από τον Οκτώβριο του 2025 αποσύρθηκαν αμφότεροι από τις Υπηρεσίες τους, χωρίς έκτοτε να αντικατασταθούν από άλλους. Στη συνέχεια και αφού μετά από σχετικές ενέργειες και αιτήματα της Διοίκησης του Πρωτοδικείου ολοκληρώθηκε, ήδη από τις αρχές του τρέχοντος έτους, η τοποθέτηση του απαραίτητου εξοπλισμού και στα δύο προαναφερόμενα φυλάκια, ώστε να μπορέσουν να αποδοθούν σε χρήση, εκείνα δεν επανδρώθηκαν έως σήμερα με το απαιτούμενο αστυνομικό προσωπικό.
Κατά συνέπεια, από την παράθεση των ανωτέρω γεγονότων προκύπτει ότι ουδέποτε αποτέλεσε επιλογή της Διοίκησης του Πρωτοδικείου η μη λειτουργία σημείων και συσκευών ελέγχου στο χώρο του πρώην Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως αντιθέτως και ατυχέστατα διατυπώθηκε σε χθεσινή δημοσιογραφική εκπομπή, αλλά και σε χθεσινό δελτίο ειδήσεων.
Τέλος, το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου θεωρεί ελάχιστη υποχρέωσή του να εκφράσει την πλήρη συμπαράστασή του στις Δικαστικές Υπαλλήλους που τραυματίστηκαν, αλλά και να εξάρει την αφοσίωση, τόσο αυτών όσο και του συνόλου των Δικαστικών Υπαλλήλων του Δικαστηρίου, στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.






