Για δύο χρόνια, τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας έμοιαζαν με το απόλυτο success story της παγκόσμιας φαρμακοβιομηχανίας. Το Ozempic, το Wegovy και το Zepbound δεν έγιναν απλώς δημοφιλή. Μετατράπηκαν σε παγκόσμιο φαινόμενο, άλλαξαν τις αποτιμήσεις ολόκληρων φαρμακευτικών ομίλων, δημιούργησαν μια νέα αγορά δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και γέννησαν την προσδοκία ότι η παχυσαρκία θα αντιμετωπίζεται πλέον όπως η υπέρταση ή ο διαβήτης: με μια μακροχρόνια, σταθερή φαρμακευτική αγωγή.

Όμως τώρα, για πρώτη φορά, το νέο αυτό μοντέλο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια μεγάλη δοκιμασία.

Η επιβράδυνση της οικονομίας, η αύξηση των τιμών της ενέργειας μετά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσοι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πληρώνουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ τον μήνα για να χάσουν βάρος όταν τα οικογενειακά οικονομικά γίνονται πιο δύσκολα;

Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής. Σε αντίθεση με τα περισσότερα φάρμακα, τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας δεν πληρώνονται κυρίως από ασφαλιστικά ταμεία ή δημόσια συστήματα υγείας. Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ασθενείς πληρώνουν οι ίδιοι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους. Αυτό σημαίνει ότι η πορεία της αγοράς εξαρτάται λιγότερο από τις αποφάσεις των γιατρών και περισσότερο από την οικονομική αντοχή των καταναλωτών.

Οι δύο μεγάλοι πρωταγωνιστές αυτής της αγοράς είναι η Novo Nordisk και η Eli Lilly. Μαζί αναμένεται να ξεπεράσουν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα μέσα στο 2026 μόνο από τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1, δηλαδή τα σκευάσματα που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη και την απώλεια βάρους. Οι αναλυτές προβλέπουν ότι μέχρι το 2030 τα έσοδα αυτά θα μπορούσαν να φτάσουν τα 116 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στην καρδιά αυτής της μάχης βρίσκεται η νέα γενιά χαπιών αδυνατίσματος. Η Novo Nordisk κατάφερε να κυκλοφορήσει πρώτη την από του στόματος μορφή του Wegovy, πριν προλάβει η Eli Lilly να λανσάρει το δικό της αντίστοιχο φάρμακο. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή: μέσα σε μόλις δύο μήνες εκδόθηκαν περισσότερες από 600.000 συνταγές για το νέο χάπι.

Η επιτυχία αυτή θεωρείται απόδειξη ότι η αγορά έχει ακόμη τεράστια περιθώρια ανάπτυξης. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι καταναλωτές δεν έχουν δοκιμαστεί ακόμη σε μια σοβαρή ύφεση. Όταν τα καύσιμα, το ρεύμα και τα τρόφιμα γίνονται ακριβότερα, οι οικογένειες αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητές τους. Και τότε γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: είναι ένα φάρμακο αδυνατίσματος τόσο απαραίτητο όσο το στεγαστικό δάνειο, η σύνδεση στο διαδίκτυο ή μια θεραπεία για μια σοβαρή ασθένεια; Ή μήπως αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν μια «πολυτέλεια» που μπορεί να κοπεί όταν πιέζονται τα οικονομικά;

Το πρόβλημα είναι ότι τα ποσά είναι τεράστια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας ασθενής χωρίς ασφαλιστική κάλυψη μπορεί να χρειαστεί να πληρώνει πάνω από 1.000 δολάρια τον μήνα για ένα φάρμακο όπως το Zepbound. Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% του μέσου ακαθάριστου εισοδήματος. Στη Βρετανία, το κόστος μπορεί να φτάνει περίπου το 10% του μέσου εισοδήματος.

Αυτή η οικονομική πίεση ήδη αρχίζει να φαίνεται. Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς διακόπτουν τη θεραπεία μέσα σε έναν χρόνο, κυρίως εξαιτίας των παρενεργειών αλλά και του υψηλού κόστους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι εγκαταλείψεις αυξάνονται δραματικά όταν η προσωπική συμμετοχή του ασθενούς ξεπερνά τα 500 δολάρια τον μήνα.

Η ίδια η οικονομική συγκυρία κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο έντονο. Οι αναλυτές της Goldman Sachs μείωσαν την πρόβλεψή τους για την αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης στις Ηνωμένες Πολιτείες στο 1,2%, έναντι 2% πριν από την κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η αμερικανική οικονομία έδειξε ήδη σημάδια αδυναμίας, καθώς τον Φεβρουάριο χάθηκαν 92.000 θέσεις εργασίας και η ανεργία αυξήθηκε στο 4,4%.

Αυτό που ανησυχεί ιδιαίτερα τις φαρμακευτικές εταιρείες είναι ότι οι καταναλωτές έχουν πλέον περισσότερες και φθηνότερες επιλογές. Η Novo Nordisk προσπαθεί ήδη να μειώσει τις τιμές και να προσφέρει φθηνότερες συνδρομές για όσους πληρώνουν μόνοι τους. Σε συνεργασία με πλατφόρμες τηλεϊατρικής όπως η Hims & Hers, η εταιρεία προσφέρει το Wegovy σε τιμές από 149 έως 299 δολάρια τον μήνα, πολύ χαμηλότερες από τις παλαιότερες τιμές άνω των 1.000 δολαρίων.

Η άλλη εκδοχή του Wegovy, δηλαδή το χάπι αντί για την ένεση, αποτελεί κεντρικό κομμάτι αυτής της στρατηγικής. Εκτός από το ότι είναι πιο εύχρηστο, κοστίζει αισθητά λιγότερο. Η Novo Nordisk προσπαθεί έτσι να κρατήσει τους ασθενείς που ίσως να εγκατέλειπαν τη θεραπεία λόγω κόστους. Παράλληλα, η Eli Lilly ετοιμάζει το δικό της αντίστοιχο χάπι, εντείνοντας ακόμη περισσότερο τον πόλεμο τιμών.

Το μεγαλύτερο ρίσκο για τις εταιρείες είναι ότι οι καταναλωτές μπορεί να στραφούν σε πολύ φθηνότερες, αλλά συχνά πιο επικίνδυνες λύσεις. Ήδη αναπτύσσεται ραγδαία μια παράλληλη αγορά «αντιγράφων» των φαρμάκων GLP-1 μέσω διαδικτυακών φαρμακείων ή μη εγκεκριμένων σκευασμάτων. Ορισμένες από αυτές τις εκδοχές κοστίζουν κάτω από 130 δολάρια τον μήνα. Το χαμηλό κόστος τις καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικές για όσους δεν μπορούν πλέον να πληρώνουν τα ακριβότερα επώνυμα φάρμακα, παρότι συχνά δεν υπάρχουν εγγυήσεις για την ποιότητα και την ασφάλειά τους.

Οι φαρμακοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν και έναν δεύτερο, πιο μακροπρόθεσμο κίνδυνο: τις πατέντες. Η βασική πατέντα της σεμαγλουτίδης, της δραστικής ουσίας του Ozempic και του Wegovy, αναμένεται να λήξει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2031. Όταν λήγει μια πατέντα, οι τιμές συνήθως πέφτουν έως και 80%, επειδή εμφανίζονται γενόσημα και ανταγωνιστές. Για να διατηρήσει τα ίδια έσοδα μετά τη λήξη της πατέντας, μια εταιρεία θα χρειαζόταν να πενταπλασιάσει τον αριθμό των ασθενών της.

Στην περίπτωση των φαρμάκων GLP-1, αυτό θα σήμαινε ότι περίπου 75 εκατομμύρια Αμερικανοί θα έπρεπε να λαμβάνουν τα συγκεκριμένα φάρμακα, ένας αριθμός που μοιάζει υπερβολικά μεγάλος. Στο τέλος του 2025, μόλις το 12% των Αμερικανών δήλωνε ότι χρησιμοποιεί φάρμακα αυτής της κατηγορίας.

Οι επενδυτές έχουν ήδη αρχίσει να ανησυχούν. Η μετοχή της Eli Lilly υποχώρησε κατά 11% μετά την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ενώ οι αποτιμήσεις και των δύο εταιρειών έχουν πέσει σημαντικά σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά του 2024. Η Eli Lilly αποτιμάται πλέον περίπου 26 φορές τα αναμενόμενα κέρδη της επόμενης χρονιάς, έναντι σχεδόν 60 φορές πριν από δύο χρόνια. Η Novo Nordisk έχει πέσει ακόμη περισσότερο, σε περίπου 11 φορές τα αναμενόμενα κέρδη, έναντι 38 φορές στο αποκορύφωμα της φρενίτιδας.

Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός αναμένεται να γίνει ακόμη πιο σκληρός. Στην αγορά ετοιμάζονται να μπουν και άλλοι μεγάλοι όμιλοι, όπως η AstraZeneca, η Pfizer και η Roche, οι οποίοι αναπτύσσουν τις δικές τους θεραπείες κατά της παχυσαρκίας.

Η ουσία είναι ότι τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας μπαίνουν τώρα στην πιο δύσκολη φάση τους. Μέχρι σήμερα, η αγορά τους μεγάλωνε σε μια περίοδο όπου οι καταναλωτές είχαν ακόμη χρήματα, η ανεργία ήταν χαμηλή και η ψυχολογία θετική. Τώρα, για πρώτη φορά, θα φανεί αν οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να πληρώνουν για να χάσουν βάρος ακόμη και όταν πρέπει να περιορίσουν τις υπόλοιπες δαπάνες τους.

Από αυτή την απάντηση μπορεί να εξαρτηθεί όχι μόνο το μέλλον του Ozempic και του Wegovy, αλλά και μία από τις μεγαλύτερες φούσκες – ή ίσως μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις – που έχει γνωρίσει ποτέ η παγκόσμια φαρμακοβιομηχανία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Παπαστεργίου στα "15 λεπτά": Πώς θα μπλοκάρονται τα social media για παιδιά κάτω των 15