Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, εμφανίζεται ως ο μεγάλος χαμένος ενός πολέμου χωρίς νικητές, μετά τη συμφωνία για μια εύθραυστη εκεχειρία με το Ιράν, σύμφωνα με ανάλυση της εφημερίδας Guardian.
Καθώς Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξαν σε μια –εύθραυστη– κατάπαυση του πυρός, η εμπλοκή του Ισραήλ θεωρείται αποτυχία και, όπως επισημαίνουν οι επικριτές του, «πολιτική καταστροφή». Σύμφωνα με την ανάλυση, οι προβλέψεις για γρήγορη νίκη ή ακόμη και ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη αποδείχθηκαν εσφαλμένες. Η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών είχε χαρακτηρίσει τέτοια σενάρια «μη ρεαλιστικά».
Ο πόλεμος διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο και δεν οδήγησε σε καμία από τις βασικές επιδιώξεις του Ισραήλ, σημειώνει η βρετανική εφημερίδα.
Εσωτερικές αντιδράσεις στο Ισραήλ
Η αντίδραση στο εσωτερικό υπήρξε άμεση και έντονη. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις άνευ προηγουμένου, δηλώνοντας: «Δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή στην ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν ήταν καν κοντά στο τραπέζι όταν λαμβάνονταν αποφάσεις για τον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι, παρά την επιχειρησιακή επάρκεια του στρατού και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας, «ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά και στρατηγικά», προειδοποιώντας πως «θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά».
Στο ίδιο πνεύμα, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, έκανε λόγο για «στρατηγική αποτυχία» του Ισραηλινού πρωθυπουργού, υπογραμμίζοντας: «Υποσχέθηκε μια ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, αλλά στην πράξη πήραμε μία από τις πιο σοβαρές στρατηγικές αποτυχίες που γνώρισε ποτέ το Ισραήλ».
Ανεπίτευκτοι στόχοι και στρατηγική αδυναμία
Μεταξύ των βασικών αποτυχιών που επισημαίνονται είναι η μη ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, η μη κατάσχεση αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου και η απουσία ουσιαστικής αποδυνάμωσης της Τεχεράνης. Η στρατηγική ισορροπία στην περιοχή παραμένει σχεδόν αμετάβλητη.
Η συνέχιση των επιθέσεων σε μέτωπα όπως ο Λίβανος εκλαμβάνεται ως ένδειξη στρατηγικής αδυναμίας, καθώς φέρνει το Ισραήλ αντιμέτωπο με τη Χεζμπολάχ σε δυσμενείς συνθήκες. Παρά τις πιέσεις του Νετανιάχου προς τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, να συνεχιστεί η σύγκρουση, η Ουάσιγκτον προχώρησε τελικά σε εκεχειρία, αφήνοντας –σύμφωνα με επικριτές– το Ισραήλ στο περιθώριο των κρίσιμων αποφάσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν μια συμφωνία που θυμίζει παλαιότερα διπλωματικά πλαίσια, όπως εκείνα της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα, στα οποία ο Νετανιάχου είχε αντιταχθεί σθεναρά.
Ενισχυμένο το Ιράν μετά τη σύγκρουση
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Ιράν εξήλθε της σύγκρουσης τραυματισμένο αλλά όχι ηττημένο. Παρά τις σημαντικές απώλειες, το καθεστώς διατηρεί κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και φαίνεται αποφασισμένο να επανεξοπλιστεί.
Οι Φρουροί της Επανάστασης εμφανίζονται ενισχυμένοι, έχοντας πετύχει τον βασικό τους στόχο: την επιβίωση απέναντι σε μια συντονισμένη επίθεση από δύο μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τους φόβους για μελλοντική κλιμάκωση, καθώς η Τεχεράνη ενδέχεται να αναζητήσει ευκαιρίες για αντίποινα.
Αβέβαιο το πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου
Στο εσωτερικό, ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει μια δύσκολη περίοδο, ενόψει εκλογών. Οι υποσχέσεις για «ολοκληρωτική νίκη» και εξάλειψη των απειλών θεωρούνται, σύμφωνα με αναλυτές, ανεκπλήρωτες.
Πολλές από τις αδυναμίες της ισραηλινής ηγεσίας ήρθαν στο φως: ριψοκίνδυνες επιλογές, ελλιπής στρατηγικός σχεδιασμός και αγνόηση των ειδικών. Έτσι, τίθεται πλέον ανοιχτά το ερώτημα για το πολιτικό μέλλον του Ισραηλινού πρωθυπουργού και τη δυνατότητά του να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Η σύγκρουση με το Ιράν ίσως αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία για το Ισραήλ να επιτύχει στρατηγικούς στόχους με την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ. Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή φαίνεται να χάθηκε, καταλήγει ο Guardian.






