Η επιστημονική κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο εντυπωσιακές αναθεωρήσεις στην ιστορία της θαλάσσιας παλαιοντολογίας, καθώς το απολίθωμα που επί 25 χρόνια κατείχε τον τίτλο του παλαιότερου γνωστού χταποδιού στον κόσμο αποδείχθηκε τελικά κάτι εντελώς διαφορετικό. Το απολίθωμα Pohlsepia mazonensis, το οποίο βρέθηκε στο Ιλινόις των Ηνωμένων Πολιτειών και είχε εξασφαλίσει μια θέση ακόμα και στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες, θεωρούνταν η απόλυτη απόδειξη ότι τα χταπόδια περιφέρονταν στους ωκεανούς πριν από 300 εκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο, μια νέα, λεπτομερής έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Reading, με επικεφαλής τον Δρ. Τόμας Κλέμεντς, χρησιμοποίησε τεχνολογία αιχμής για να «διεισδύσει» στο εσωτερικό του βράχου, αποκαλύπτοντας μικροσκοπικά δόντια και ανατομικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν απευθείας στον Ναυτίλο, ένα κεφαλόποδο με εξωτερικό κέλυφος και πολλά πλοκάμια, και όχι στο γνωστό μας χταπόδι.
Η αιτία αυτής της ιστορικής παρεξήγησης κρύβεται στη φυσική διαδικασία της αποσύνθεσης, καθώς οι επιστήμονες εκτιμούν πλέον ότι το συγκεκριμένο ζώο είχε παραμείνει σε κατάσταση σήψης για αρκετές εβδομάδες πριν καλυφθεί από ιζήματα και πετρώσει. Αυτή η αλλοίωση των μαλακών ιστών ήταν που του έδωσε τη χαρακτηριστική μορφή που παρέσυρε τους ερευνητές του παρελθόντος, κάνοντάς το να μοιάζει με χταπόδι με οκτώ βραχίονες και πτερύγια. Η χρήση της απεικόνισης «σύγχροτρον», μιας μεθόδου που χρησιμοποιεί δέσμες φωτός με φωτεινότητα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από αυτή του ήλιου, επέτρεψε στους σύγχρονους παλαιοντολόγους να δουν κάτω από την επιφάνεια και να εντοπίσουν τα κρίσιμα στοιχεία που παρέμεναν κρυμμένα για δεκαετίες.
Η ανακάλυψη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια διόρθωση σε ένα παλιό λάθος, αλλά αναδιαμορφώνει πλήρως τον χάρτη της εξέλιξης της θαλάσσιας ζωής στη Γη. Με τον αποκλεισμό του Pohlsepia από την οικογένεια των χταποδιών, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πλέον ότι τα χταπόδια εμφανίστηκαν πολύ αργότερα, κατά τη Μεσoζωική περίοδο και συγκεκριμένα την Ιουρασική εποχή, μεταφέροντας την καταγωγή τους εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια πιο κοντά στο σήμερα. Παρά την απώλεια του ρεκόρ, το απολίθωμα παραμένει εξαιρετικά πολύτιμο, καθώς αποτελεί πλέον την αρχαιότερη μαρτυρία διατήρησης μαλακού ιστού από ναυτιλοειδές που έχει βρεθεί ποτέ. Αυτή η ανατροπή υπογραμμίζει τη σημασία της συνεχούς επανεξέτασης των κλασικών ευρημάτων με νέα τεχνολογικά μέσα, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και οι πιο ακλόνητες επιστημονικές παραδοχές μπορούν να καταρρεύσουν μπροστά στο φως μιας πιο εξελιγμένης ανάλυσης.






