Επιστήμονες ανέπτυξαν ένα νέο είδος γενετικά τροποποιημένου σιταριού, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ψωμιού με σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα καρκινογόνων ουσιών κατά το ψήσιμο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Rothamsted Research στο Χάρπεντεν του Χερτφορντσάιρ, όπου οι ερευνητές αξιοποίησαν την τεχνολογία Crispr για την επιλεκτική επεξεργασία του DNA ζωντανών οργανισμών. Η μέθοδος αυτή βασίζεται σε φυσικά συστήματα γονιδιακής επεξεργασίας που εντοπίζονται στα βακτήρια και έχει προσαρμοστεί για εργαστηριακή χρήση.
Το σιτάρι περιέχει ένα αμινοξύ, την ελεύθερη ασπαραγίνη, που χρησιμοποιείται από το φυτό για την αποθήκευση αζώτου. Κατά το ψήσιμο, το τηγάνισμα ή το φρυγάνισμα, η ασπαραγίνη μετατρέπεται σε ακρυλαμίδιο – μια ουσία που οι επιστήμονες έχουν ταξινομήσει ως πιθανώς καρκινογόνο.
Τα αποτελέσματα διετών δοκιμών πεδίου έδειξαν ότι το σιτάρι που παράγεται με τη μέθοδο Crispr παρουσιάζει σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις ασπαραγίνης χωρίς να μειώνεται η απόδοση της καλλιέργειας. Αυτό συνεπάγεται μικρότερη παραγωγή ακρυλαμιδίου στα προϊόντα διατροφής.
Ψωμί και μπισκότα που παρασκευάστηκαν από το συγκεκριμένο σιτάρι εμφάνισαν αισθητά μειωμένα επίπεδα ακρυλαμιδίου, με ορισμένα δείγματα ψωμιού να παρουσιάζουν τιμές κάτω από τα ανιχνεύσιμα όρια, ακόμη και μετά το φρυγάνισμα.
Η δύναμη της τεχνολογίας Crispr
Οι επιστήμονες συνέκριναν τις γραμμές σιταριού που είχαν υποστεί Crispr επεξεργασία με εκείνες που είχαν μεταλλαχθεί με τον παραδοσιακό τρόπο, μέσω χημικών παραγόντων που προκαλούν τυχαίες μεταλλάξεις. Η Crispr στόχευσε ειδικά το γονίδιο που ευθύνεται για την παραγωγή ασπαραγίνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επεξεργάστηκε και ένα σχετικό γονίδιο.
Οι στοχευμένες αυτές επεμβάσεις μείωσαν την ελεύθερη ασπαραγίνη κατά 59%, ενώ σε διπλά επεξεργασμένες γραμμές η μείωση έφτασε έως και 93%, χωρίς απώλεια στην απόδοση. Αντίθετα, οι συμβατικές μέθοδοι πέτυχαν μείωση 50%, αλλά με πτώση της παραγωγής κατά περίπου 25%, πιθανώς λόγω ανεπιθύμητων μεταλλάξεων στο γονιδίωμα.
Η δρ Navneet Kaur, επικεφαλής ερευνήτρια του Rothamsted Research, δήλωσε: «Η έρευνα αυτή αποδεικνύει τη δύναμη της τεχνολογίας Crispr να προσφέρει ακριβείς και ωφέλιμες αλλαγές στα γενετικά χαρακτηριστικά των καλλιεργειών. Με κατάλληλα ρυθμιστικά πλαίσια, μπορούμε να επιτύχουμε σημαντικά οφέλη για τη γεωργία και τα συστήματα τροφίμων».
Το ρυθμιστικό πλαίσιο και οι επιπτώσεις του Brexit
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο κέντρο έρευνας στη γονιδιακή επεξεργασία μετά το Brexit, καθώς η αποχώρηση από την ΕΕ σήμαινε ότι δεν εφαρμόζονται πλέον οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα.
Ο νόμος Genetic Technology (Precision Breeding) Act, που εγκρίθηκε το 2023, διευκολύνει την ανάπτυξη και εμπορία γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών και ζώων. Ωστόσο, η πρόοδος αυτή κινδυνεύει να ανακοπεί λόγω της νέας συμφωνίας υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών κανόνων (SPS) που διαπραγματεύεται το Ηνωμένο Βασίλειο με την ΕΕ.
Αν η ΕΕ επιτύχει να επιβάλει ευθυγράμμιση των βρετανικών κανόνων τροφίμων με τους δικούς της, χωρίς εξαιρέσεις, η υιοθέτηση καλλιεργειών ακριβείας στο Ηνωμένο Βασίλειο θα επιβραδυνθεί σημαντικά.
Ασφάλεια τροφίμων και διεθνές εμπόριο
Παράλληλα, ορισμένα είδη ψωμιού ενδέχεται να απαγορευθούν στην ΕΕ λόγω υψηλών επιπέδων ακρυλαμιδίου. Η Ένωση έχει θέσει όρια αναφοράς για την ουσία αυτή στα τρόφιμα και αναμένεται να τα περιορίσει ακόμη περισσότερο εντός του έτους. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν και για τα προϊόντα που εξάγονται προς την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων αυτών από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο καθηγητής Nigel Halford, επικεφαλής της μελέτης στο Rothamsted Research, σημείωσε: «Το σιτάρι με χαμηλό ακρυλαμίδιο μπορεί να βοηθήσει τη βιομηχανία τροφίμων να ανταποκριθεί στα νέα πρότυπα ασφάλειας χωρίς να θυσιάσει την ποιότητα ή να αυξήσει το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, προσφέρει μια ουσιαστική ευκαιρία να μειωθεί η διατροφική έκθεση των καταναλωτών στο ακρυλαμίδιο».
Πηγή: Guardian






