Η μέχρι στιγμής βιβλιογραφία για την ελληνική ροκ μουσική, τα διαφορετικά υποείδη και τις πολιτισμικές διακλαδώσεις ή αναφορές της ήταν εύφορο έδαφος για πάσης φύσεως κλισέ, παρανοήσεις, παραναγνώσεις και λανθασμένες ημερομηνίες/ χρονολογίες.

Ακριβώς επειδή βασιζόταν εν πολλοίς σε μία προφορικότητα που διεκδικούσε δάφνες αυθεντικότητας («έτσι το αφηγήθηκε ο Λοΐζος», «έτσι ήταν η μαρτυρία του Vangelis») προέκυπταν συχνά ανακολουθίες, για να χρησιμοποιήσουμε έναν ευφημισμό. Και όχι μόνο αυτό: η αφήγηση χαρακτηριζόταν από σπασμωδικότητα και αποσπασματική καταγραφή στο επίπεδο της καλλιτεχνίας, αλλά και της βιομηχανίας αδυνατώντας να δώσει μία συνεκτική περιγραφή γεγονότων, προσώπων και τάσεων (εξαιρούμε εδώ κατονομάζοντάς τα τη μελέτη του Κώστα Κατσάπη «Ήχοι και απόηχοι – κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956 – 1967», ΙΑΕΝ, το «Ροκ και νεανική κουλτούρα στη δεκαετία του ’60» του Κώστα Αρβανίτη, εκδ. Μετρονόμος, και τα «Παιδιά της δικτατορίας» του Κωστή Κορνέτη, εκδ. Πόλις).

Ο Φώντας Τρούσας προσέρχεται στην ευρύτερη συζήτηση από την αντίθετη κατεύθυνση. Με διάθεση «βέβηλη» απέναντι σε στερεοτυπικές προσεγγίσεις (ροκ δεν έπαιζε η χούντα), με ανατρεπτική όταν πρόκειται για πραγματολογικά λάθη και ανανεωτική σε ό,τι αφορά ορισμένες αξίες στις οποίες οφείλαμε πάντοτε μια δεύτερη ανάγνωση. Προσθέτει, λοιπόν, δύο τίτλους στη βιβλιογραφία, οι οποίοι στέκουν φυσικά και ως αυτόνομοι: ο ένας για τη ροκ και την πρόσληψή της στην ελληνική κοινωνία κατά τη μακρά δεκαετία του 1960. Ο άλλος για τα 100 χρόνια ελληνικής τζαζ.

Σε μια πρώτη ανάγνωση τα κείμενα που συναρθρώνουν κάθε συλλογή διαβάζονται και μεμονωμένα. Κυρίως όμως αποτελούν μία συνολική πρόταση προς μία εναλλακτική ανάγνωση διαφορετικών εποχών αφήνοντας στην άκρη τους παραμορφωτικούς φακούς της ιδεολογίας, των ιερών τοτέμ και των ανέξοδων ταμπού. Και στα δύο βιβλία ο συγγραφέας επανατοποθετεί ψηφίδες στον πολιτισμικό χάρτη, «ξεσκονίζει» τις ανακρίβειες και -κυρίως- προσφέρει μία οπτική για την όσμωση διαφορετικών ρευμάτων κάθε δεκαετίας. Στη συνολική πρόταση του Τρούσα η μουσική δεν αντιμετωπίζεται ως ένα αποστειρωμένο αισθητικό γεγονός, αλλά ως η αιχμή του δόρατος των κοινωνικών μετασχηματισμών.
Ροκ, ελληνικό ροκ, κοινωνία & πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60
Στο βιβλίο αυτό (εκδ. Όγδοο) ο Τρούσας επιλέγει τα θολά νερά της μακράς δεκαετίας του 1960, όπως έχει επικρατήσει εύστοχα: μιας περιόδου που στην Ελλάδα έχει συχνά παρουσιαστεί είτε με όρους άκριτης νοσταλγίας και εξιδανίκευσης είτε με σχήματα ιδεολογικής περιχαράκωσης. Ο συγγραφέας επιφέρει ρωγμές στο στερεότυπο που ήθελε το ελληνικό ροκ της εποχής να είναι μια «ρηχή» απομίμηση των ξένων προτύπων ή, αντίστροφα, μια αμιγώς επαναστατική πράξη.
Με συμπληρωματική έρευνα σε αρχεία, περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, αναδεικνύει με ποιο τρόπο το ροκ εν ρολ και τα «μοντέρνα συγκροτήματα» έγιναν το όχημα για την έκφραση μιας νέας αστικής υποκουλτούρας που διεκδικούσε ζωτικό χώρο. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι η σύνδεση με την πολιτική. Ο Τρούσας δεν φοβάται να αγγίξει το ακανθώδες ζήτημα της στάσης των συγκροτημάτων κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, υπονομεύοντας τον μύθο της καθολικής «αντιστασιακής» φύσης του ροκ, αλλά ταυτόχρονα αποκαθιστώντας αλήθειες για το πώς η νεολαία βίωσε την καταστολή και την εμπορευματοποίηση.

Η γραφή του λειτουργεί διορθωτικά: εκεί όπου η επίσημη ιστοριογραφία έβλεπε μόνο «γιεγιέδες», ο Τρούσας βλέπει μια κοινωνία σε αναβρασμό, όπου το ηλεκτρικό σόλο της κιθάρας ήταν εξίσου πολιτικό με ένα σύνθημα στον τοίχο. Και ανακαλύπτει, για παράδειγμα, ροκ ενορχηστρώσεις στον Κώστα Χατζή («Ουαί») ή τον Κώστα Σούκα.
Σε πείσμα, εξάλλου, μιας μεταγενέστερης ανάγνωσης, η Δεξιά της δεκαετίας του 1950 –η κυβέρνηση Καραμανλή, αν μη τι άλλο– αποδέχθηκε το ροκ-εν-ρολ ως αμερικανικό πολιτισμικό προϊόν. «Με ποιανού την άδεια θα κατασκήνωναν οι αμερικανοί ναύτες στο Ζάππειον, τον Οκτώβρη του 1956, για να παίξουν» τη συγκεκριμένη μουσική, αναρωτιέται ο συγγραφέας. Και συμπληρώνει: «Αντιλαμβάνεστε τι γινόταν, όταν στην Πάτρα τυπωνόταν ακόμη και εφημερίδα υπό την ονομασία “Ροκ εντ Ρολλ” (!!) (Eκδοσις της Περιηγητικής Λέσχης Πατρών), όταν τα χοροδιδασκαλεία είχαν ενσωματώσει το ροκ-εν-ρολ στα μαθήματά τους και στα περίπτερα κυκλοφορούσαν (τέλος ’56-αρχή ’57) τευχίδια “ροκ-εν-ρολ” με τιμή τρεις δραχμές, στα οποία περιγράφονταν μέθοδοι εκμάθησης του χορού άνευ διδασκάλου!».
100 χρόνια ελληνική τζαζ
Αν το βιβλίο για το ροκ λειτουργεί σαν κοινωνιολογική τομογραφία, τα «100 χρόνια ελληνική τζαζ» (εκδ. Όγδοο) είναι μια άσκηση αρχειοθέτησης και ιστορικής αποκατάστασης. Επί δεκαετίες, η ύπαρξη ελληνικής τζαζ σκηνής θεωρούνταν ζήτημα εν πολλοίς ανεκδοτολογικό ή περιθωριακό μέσα στο μεγάλο σώμα της κοινωνικής κουλτούρας. Ο Τρούσας προσκομίζει τεκμήρια για να αποδείξει ότι η τζαζ στην Ελλάδα δεν ήταν ένας ξενόφερτος επισκέπτης, αλλά ένας οργανικός συνομιλητής της μουσικής παραγωγής ήδη από τον Μεσοπόλεμο.
Εδώ ο παλμογράφος του συγγραφέα εστιάζει στις λεπτές αποχρώσεις: από τις ορχήστρες των επιθεωρήσεων και τα «τζαζ μπαντ» των καζίνο, μέχρι τους πειραματισμούς του 1970 και τη σύγχρονη αυτοσχεδιαστική σκηνή. Ο Τρούσας αντιστέκεται στο σύνδρομο της «πολιτισμικής κατωτερότητας» δείχνοντας πώς Έλληνες μουσικοί ενσωμάτωσαν διεθνή ρεύματα με μια ελευθεριότητα που συχνά ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας.

Το βιβλίο λειτουργεί σαν χάρτης σε μια περιοχή που μέχρι πρότινος ήταν «terra incognita». Πόσω μάλλον όταν η έρευνά του είναι απαλλαγμένη από την ελιτίστικη προσέγγιση που συχνά συνοδεύει τη τζαζ· αντιθέτως, την αντιμετωπίζει ως ζωντανή γλώσσα που επηρεάστηκε από το ραδιόφωνο, τη δισκογραφία και τις πολιτικές περιπέτειες του τόπου. Είναι μια κατάθεση που συμπληρώνει ένα κενό, προσφέροντας ονόματα, ημερομηνίες και ηχογραφήσεις που κινδύνευαν να χαθούν στη λήθη, τοποθετώντας την Ελλάδα στον παγκόσμιο χάρτη της τζαζ ιστοριογραφίας (οι λεπτομέρειες είναι δεκάδες και οποιοδήποτε σημείωμα θα αδικούσε την έκτασή τους). Με τον τίτλο αυτό διαφαίνεται ευκρινέστερα μία χρονική καμπύλη που ξεκινά από την εμφάνιση του κλαρινίστα Σίντνεϊ Μπεσέ (Sidney Bechet) στην Αθήνα του 1927, περνά στην Ζοζεφίν Μπέικερ (Josephine Baker) του «Παλλάς» (1934), τις εργασίες του Μίμη Πλέσσα και του Γιάννη Σπάρτακου, για να φτάσει ως το άλμπουμ – ορόσημο των Σάκη Παπαδημητρίου και Φλώρου Φλωρίδη «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» (1979), αλλά και τις νεότερες δυνάμεις του χώρου έως τις μέρες μας.
Η κοινή λογική που διέπει τα δύο βιβλία είναι η πίστη στις πρωτογενείς πηγές -τις οποίες ο Τρούσας μελετάει συστηματικά-, καθώς και η καχυποψία απέναντι στα στερεότυπα. Στις προφορικές μαρτυρίες αμφίβολης ακρίβειας αντιπαραθέτει την τεκμηρίωση. Και στην ανιστορική παράθεση τίτλων την ένταξη του πολιτισμικού φαινομένου μέσα στην εποχή του. Η κατηγοριοποίηση που επιθυμεί ο ίδιος για τα διαφορετικά είδη της ελληνικής ποπ ή οι υποκειμενικές του κρίσεις για τραγούδια και συνθέσεις πιθανότατα τελειώνουν εκεί όπου αρχίζει η υποκειμενική κρίση των συνακροατών του. Αλλά ήδη η δική του συνεισφορά στη δημόσια συζήτηση -για όποιον θέλει να συμμετάσχει υπό όρους- έχει γίνει.
Υ.Γ: Θυμίζουμε ότι οι τίτλοι διαβάζονται συμπληρωματικά με το «Ραντεβού στο Κύτταρο» (αναθεωρημένη έκδοση, Όγδοο, 2024) για την ελληνική ποπ και ροκ μουσική μέσα από τη δισκογραφία της την περίοδο 1965-1982.






