Κάθε φορά που ξεσπά μια πολεμική σύρραξη κοντά στην Ελλάδα, επανέρχεται με συνέπεια η συζήτηση για το πώς μπορούμε να προστατευτούμε.

Όπως και με τον πόλεμο στην Ουκρανία, στο επίκεντρο της κουβέντας βρίσκονται και σήμερα τα πολεμικά καταφύγια που χτίστηκαν την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πόσο, δηλαδή, μπορούμε να υπολογίζουμε σε αυτά, αν η σύγκρουση ξεφύγει από τους άμεσα εμπλεκόμενους και χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσουμε.

Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή, στην Αττική θεωρούνται μέχρι σήμερα ενεργά περί τα 2.000 καταφύγια κι άρα κατάλληλα προκειμένου να αξιοποιηθούν σε μια συνθήκη εκτεταμένων βομβαρδισμών. Από τη θεωρία στην πράξη, ωστόσο, η απόσταση παραμένει μεγάλη.

Η εικόνα των καταφυγίων σήμερα

Ο Κωνσταντίνος Κυρίμης, συγγραφέας και ερευνητής, μιλώντας στο Orange Press Agency, παρουσιάζει μια σειρά από στοιχεία που δείχνουν ότι τα καταφύγια δεν μπορούν να αποτελούν την εύκολη λύση. Πόσω μάλλον από τη στιγμή που τα περισσότερα από αυτά, αν όχι όλα, έχουν εγκαταλειφθεί. Ακόμη όμως κι αν συντηρούνταν ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να φιλοξενήσουν είναι πολύ μικρότερος από αυτόν που κατοικεί στην Αθήνα κι ακόμη περισσότερο στον νομό. Είναι ενδεικτικό ότι το μεγαλύτερο καταφύγιο, αυτό το οποίο βρίσκεται στον Λόφο Αρδηττού, έχει χωρητικότητα περίπου 1.300 ατόμων.

Ο κ. Κυρίμης μας ξενάγησε σε δύο καταφύγια στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Το ένα που βρίσκεται στη συμβολή των λεωφόρων Βασ. Γεωργίου και Αλ. Παπαναστασίου, μετά το Μικρολίμανο, είναι κλειστό. Μια παλιά σκουριασμένη πόρτα χωρίζει το εσωτερικό του με τον έξω κόσμο, όπως και με μια άλλη εποχή.

Ένα άνοιγμα ωστόσο επιτρέπει να φανεί η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Δεκάδες μπουκάλια, κουτιά αναψυκτικών και άλλα αντικείμενα έχουν σχηματίσει έναν πυκνό σωρό που καλύπτει από τη μία άκρη στην άλλη την αρχή της εισόδου.

Η συγκεκριμένη εικόνα είναι αδύνατο να αποτυπώσει εκείνα που προσέφερε στην εποχή του το καταφύγιο. «Υπάρχουν δύο επίπεδα τα οποία είναι με θαλάμους και στο τρίτο επίπεδο υπάρχουν χώροι υγιεινής, τουαλέτες, ντους. Κανονικά έχει και δύο εξόδους διαφυγής σε δύο διαφορετικά σημεία του λόφου, αλλά με τη σύγχρονη δόμηση έχουν πια σφραγιστεί και δεν είναι δυνατή η πρόσβαση από κάποιο άλλο σημείο».

Το ιστορικό παράδοξο

Το καταφύγιο κατασκευάστηκε μεταξύ 1943 και 1944 από τους Γερμανούς. «Προφανώς όχι για προστασία δικιά μας αλλά για δικιά τους». Κατά την αποχώρησή τους το ’44 οι Γερμανοί αποπειράθηκαν να τα ανατινάξουν, «αλλά ήταν τόσο καλά κατασκευασμένα που δεν κατέστη εφικτό και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επιθεωρήθηκαν από τη δική μας Παθητική Αεράμυνα και όσα ήταν λειτουργικά εντάχθηκαν στο δικό μας Σύστημα Παθητικής Αεράμυνας». Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα καταφύγια δεν καταστράφηκαν αφήνει ανοιχτή την πιθανότητα ενός παράξενου ιστορικού παραδόξου, τονίζει ο κ. Κυρίμης. Το ότι «σε έναν μελλοντικό πόλεμο κάποιοι από εμάς θα φιλοξενηθούν σε καταφύγια που κατασκεύασαν οι Γερμανοί τη δεκαετία του 1940».

Το δεύτερο καταφύγιο

Το δεύτερο καταφύγιο που επισκεφθήκαμε ήταν μεν προσβάσιμο, εξίσου ωστόσο παρατημένο. Μια πρόχειρα καλυμμένη τρύπα σε ένα μικρό δασύλλιο που οδηγεί σε μία δαιδαλώδη υπόγεια διαδρομή, την οποία είναι δύσκολο κανείς να φανταστεί ότι υπάρχει. Βέβαια, όπως αποκαλύπτει ο κ. Κυρίμης, παλιότερα οι έφηβοι της γειτονιάς γνώριζαν για την ύπαρξη του χώρου κι έβλεπαν την κάθοδο στο καταφύγιο ως πρόκληση προκειμένου να αποδείξουν το θάρρος τους. «Θυμάμαι φίλους μου που λέγανε ότι κατεβαίνανε τα σκαλιά χωρίς φακό να δούνε ποιος είναι ο πιο γενναίος και ποιος θα φτάσει όσο πιο χαμηλά γίνεται».

Από μόνο του «το καταφύγιο αυτό είναι πάρα πολύ καλά κατασκευασμένο. Είναι γύρω στα 12 έως 15 μέτρα κάτω απ’ τη γη. Είναι και αυτό στρατηγικών προδιαγραφών, άρα παρέχει πάρα πολύ μεγάλη ασφάλεια. Εντούτοις, επειδή έχει αλλάξει πάρα πολύ η δόμηση στην περιοχή, ενώ αυτό το καταφύγιο κανονικά έχει τέσσερις εισόδους και εξόδους, οι τρεις έχουν κλείσει πλέον και υπάρχει μόνο μία είσοδος-έξοδος, κάτι που κάνει τον χώρο αυτό επισφαλή. Όλα τα καταφύγια, βάσει προδιαγραφών, έπρεπε να είχαν τουλάχιστον μία ακόμα έξοδο κινδύνου, ώστε αν καταρρεύσει η κύρια είσοδος, να μπορούν να φύγουν ασφαλείς οι άνθρωποι κάπου αλλού».

Ακόμη πάντως κι αν δια μαγείας η κυβέρνηση αποφάσιζε να προβεί σε μία μαζική αποκατάσταση των καταφυγίων, ο κ. Κυρίμης πιστεύει ότι αυτό δεν θα ήταν από μόνο του αρκετό για να νιώσουμε θωρακισμένοι απέναντι σε μια επίθεση.

Πρώτα απ’ όλα γιατί η φύση του πολέμου είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με εκείνη την περίοδο.

«Σίγουρα, αν κάποιος είναι στη μέση του δρόμου, είναι απόλυτα εκτεθειμένος. Αν πάει σε μια πολυκατοικία, είναι λιγότερο εκτεθειμένος. Αν πάει στο υπόγειο, ακόμα λιγότερο και αν πάει σε ένα κανονικό καταφύγιο, πολύ λιγότερο.

Τα παλιά καταφύγια δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν και να αντέξουν εναντίον σύγχρονων όπλων. Αλλά δεν είναι και αυτή η φιλοσοφία. Η φιλοσοφία του ‘40 ήταν ότι ο βομβαρδισμός γινόταν με τον τρόπο του λεγόμενου carpet bombing. Περνάγανε πάρα πολλά αεροσκάφη, ρίχνανε εκατοντάδες βόμβες, χωρίς να έχουν πολύ μεγάλη ευστοχία, και ο στόχος ήταν ένα μικρό ποσοστό να πέσει πάνω στο στόχο, με αποτέλεσμα οι υπόλοιπες βόμβες να πέφτουν αριστερά και δεξιά, με πάρα πολλά παράπλευρα θύματα. Πλέον, τα πολεμικά όπλα έχουν γίνει πολύ πιο εξελιγμένα. Σκεφτείτε ότι μπορεί ένας πύραυλος να έχει εμβέλεια 250 χιλιόμετρα και στα 250 χιλιόμετρα να έχει τον λεγόμενο κύκλο σφάλματος 10 μέτρα. Άρα, σημαίνει ότι στοχεύω ένα κτίριο, θα πετύχω μόνο αυτό το κτίριο και ιδεατά μπορεί να πετύχω και συγκεκριμένο όροφο του κτιρίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν νεκροί, αλλά σίγουρα θα είναι πολύ λιγότερες οι παράπλευρες απώλειες».

Συνεπώς η χρηστική αξία των καταφυγίων δεν είναι ίδια όπως εκείνη την εποχή, ενώ έτσι κι αλλιώς καμία χώρα, «ακόμα και η Ελβετία, χώρα- πρότυπο στο κομμάτι των καταφυγίων, ποσοτικά και ποιοτικά», δεν μπορεί να στεγάσει παραπάνω από ένα 5 με 10% του πληθυσμού.

Η φιλοσοφία σε περίπτωση πολέμου «δεν είναι τόσο ότι να μείνουμε όλοι στην πόλη και να πάμε στα καταφύγια, αλλά να ενεργοποιηθούν και άλλα σχέδια, όπως να φύγουμε από τα κεντρικά σημεία και από τις πόλεις και να μείνουν πίσω μόνο αυτοί που χρειάζονται για τη λειτουργία της».

Μπορούν οι σταθμοί του μετρό να λειτουργήσουν ως καταφύγια;

Αντίστοιχα πανάκεια λύση δεν μπορεί να αποτελεί το υπόγειο δίκτυο του μετρό. «Αν πάει κάποιος στο μετρό του Συντάγματος, στις 9 η ώρα το πρωί, εν καιρώ ειρήνης, θα καταλάβει γιατί δεν μπορεί να το σκεφτεί αυτό στον πόλεμο. Ακόμα δεν έχουμε ως λαός τη νοοτροπία όταν φτάνει ο συρμός να βγαίνουν πρώτα αυτοί που είναι μέσα και μετά να μπαίνουμε εμείς, πόσω μάλλον να έχουμε την ψυχολογία εν μέσω πολέμου και πανικού να μπορέσουμε να κινηθούμε 5.000 άτομα μέσα στον σταθμό. Νομίζω ότι στατιστικά είναι πολύ πιο πιθανό να υπάρχουν νεκροί αν ποδοπατηθούν μέσα στο μετρό, από το να ξεφύγει ένας τούρκικος πύραυλος ή ένα ντρόουν από το Ιράν».

Συνεπώς, όπως και σε πολλά ακόμη ζητήματα, πέρα από τη μέριμνα για τις υποδομές, αναγκαία παράμετρος για να μπορέσει η κοινωνία να αντιμετωπίσει μία τόσο έκτακτη περίσταση είναι η εκπαίδευση. «Ως κοινωνία περιμένουμε τώρα μόνο με τα καταφύγια να σωθούμε, ενώ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η εκπαίδευση.

«Να σας πω ενδεικτικά ότι το 1939 έγινε μια πολύ μεγάλη άσκηση στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο, στην οποία συμμετείχαν 7.000 άτομα. Έγινε εικονικός βομβαρδισμός της Αθήνας από τρία κύματα αεροπλάνων διαδοχικά. Και για να είναι και πιο ρεαλιστικό το σενάριο, την ώρα που έκαναν τον εικονικό βομβαρδισμό τα αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας, πηγαίνανε άτομα που συμμετείχαν στην άσκηση, ανάβανε φωτοβολίδες, καπνογόνα πάνω στα κτίρια, οπότε ο κόσμος έπαιρνε μια ψυχρολουσία, μια ιδέα του πώς θα είναι η πόλη να φλέγεται. Ακόμα και οι εφημερίδες ήταν μέσα στο κομμάτι της εκπαίδευσης, γιατί την επόμενη μέρα κυκλοφορούσαν με ανακοινώσεις που έγραφαν «είχαμε τόσους νεκρούς, τόσα κτίρια κατέρρευσαν», γεγονότα τα οποία δεν είχαν συμβεί στην πραγματικότητα, αλλά για να προκαλέσουν ένα μιθριδατισμό στον κόσμο και να συνηθίσουν την εικόνα ότι όταν υπάρχουν επιθέσεις, υπάρχουν και νεκροί, γίνεται κάτι το αναμενόμενο. Άρα όσο δεν υπάρχει εκπαίδευση, δεν μπορούμε να επαφιόμαστε στο κτηριακό κομμάτι και στο κατασκευαστικό μόνο».

Σε αυτή την κατεύθυνση ο Κωνσταντίνος Κυρίμης, ο οποίος έχει γράψει μια σειρά βιβλίων για το θέμα με τίτλο «Τα καταφύγια της Αττικής», διοργανώνει βιωματικές δράσεις σε συγκεκριμένα καταφύγια, επιδιώκοντας τη γνωριμία του κοινού με την ιστορία αυτών των χώρων, ως μια άλλη σύγχρονη «εκπαίδευση».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Η Κατερίνα Παναγοπούλου Face2Face με την Ρέα Πεϊμάνι: Ο εφιάλτης να ζεις στο Ιράν