Οι φωτογραφίες από τις εκτελέσεις των 200 αγωνιστών στην Καισαριανή προκάλεσαν συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα, αναδεικνύοντας τη δύναμη της εικόνας να μεταδίδει το μεγαλείο και την τραγικότητα της ιστορικής μνήμης. Παράλληλα, υπενθύμισαν τη σημασία της φωτογραφικής τεκμηρίωσης στη μελέτη της νεότερης Ιστορίας και έφεραν στο προσκήνιο ερωτήματα για τη διαχείριση των μνημείων και τεκμηρίων του πρόσφατου παρελθόντος.

Με αφορμή τη δημοσιοποίηση των συγκλονιστικών αυτών φωτογραφιών, διαπρεπείς ιστορικοί και μελετητές της νεότερης περιόδου της ελληνικής Ιστορίας μίλησαν στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο για το ΑΠΕ-ΜΠΕ, καταθέτοντας τις απόψεις και τις προτάσεις τους για μια νέα θεώρηση της ιστορικής προσέγγισης των γεγονότων της Κατοχής και της Αντίστασης.

«Η πρόσφατη εμφάνιση των φωτογραφιών που απεικονίζουν σκηνές της εκτέλεσης από τα γερμανικά στρατεύματα των 200 κομμουνιστών πατριωτών στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944, έθεσε στο προσκήνιο μια σειρά από ζητήματα ιστορικής μνήμης και διαχείρισης των υλικών κληρονομιών του παρελθόντος», σημειώνει ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας στο ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ. Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Πολυμέρης Βόγλης, καθηγητής Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο οποίος επισημαίνει ότι «οι φωτογραφίες από τις εκτελέσεις των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα ενδιαφέροντος και συγκίνησης στη δημόσια σφαίρα».

Ο Στράτος Δορδανάς, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υπογραμμίζει ότι οι φωτογραφίες αυτές «αξίζουν όσο “χίλιες λέξεις” και ακόμα περισσότερο, γιατί προσθέτουν νέα πραγματολογικά στοιχεία και εγείρουν συναίσθημα με τρόπο που άλλες πηγές δύσκολα το επιτυγχάνουν». Ωστόσο, σημειώνει ότι η βαρύτητά τους «αυξάνει τις υποχρεώσεις όλων μας, της Πολιτείας πρωτίστως και συμπεριλαμβανομένης».

Η δύναμη της εικόνας και η ιστορική μνήμη

Οι ιστορικοί αναγνωρίζουν πως η καταδηλωτική δύναμη της εικόνας βοηθά στην κατανόηση της ανθρώπινης διάστασης της Ιστορίας, ιδιαίτερα σε στιγμές τραγωδίας. «Ένας βασικός λόγος που οι φωτογραφίες αυτές συγκίνησαν τόσο είναι ότι διαθέτουμε λίγα φωτογραφικά τεκμήρια για τις θηριωδίες των Ναζί στην κατεχόμενη Ελλάδα», τονίζει ο κ. Βόγλης. «Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της αγριότητας των μαζικών εκτελέσεων και δίνουν πρόσωπο στους μελλοθάνατους λίγο πριν την εκτέλεσή τους».

«Δεν μπορούμε να μην συγκλονιστούμε από τη στάση τους καθώς βαδίζουν προς τον θάνατο: αγέρωχοι, με το κεφάλι ψηλά», προσθέτει ο ίδιος, επισημαίνοντας ότι οι φωτογραφίες αυτές επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των παλαιότερων γενεών για τους αγωνιστές της Αντίστασης. Το Υπουργείο Πολιτισμού, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους, κήρυξε το σύνολο των φωτογραφιών ως μνημείο της νεότερης Ιστορίας.

Η ανάγκη για θεσμική διαχείριση της ιστορικής τεκμηρίωσης

Ο κ. Δορδανάς επισημαίνει ότι η πληθώρα νέων φωτογραφικών τεκμηρίων που έρχονται στο φως απαιτεί έναν σταθερό και αξιόπιστο μηχανισμό αξιολόγησης. «Είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσει το τοπίο σχετικά με τους φορείς που εμπλέκονται στην απόκτηση και διαχείριση τέτοιων τεκμηρίων», υπογραμμίζει ο κ. Καραμανωλάκης, τονίζοντας τη σημασία της διαφάνειας στις διαδικασίες απόκτησης και φύλαξης του ιστορικού υλικού.

Παράλληλα, ο κ. Δορδανάς προσθέτει ότι «η ευαισθησία απέναντι στην ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να εκδηλώνεται με “δύο μέτρα και σταθμά”». Καλεί την Πολιτεία να ενισχύσει την έρευνα μέσω ερευνητικών προγραμμάτων και να επιδείξει συνέπεια και αντικειμενικότητα, αποφεύγοντας την πολιτική εργαλειοποίηση του παρελθόντος.

Η Αντίσταση και η συλλογική μνήμη

Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η δημοσίευση των φωτογραφιών αποτελεί αφορμή για έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο γύρω από την Αντίσταση και τις ταραγμένες περιόδους της πρόσφατης Ιστορίας. «Για αρκετά χρόνια κάποιοι επιχείρησαν να υποβαθμίσουν την Αντίσταση», σημειώνει ο κ. Βόγλης. «Αυτές οι φωτογραφίες υπενθυμίζουν ότι η Αντίσταση ήταν ιστορία αγώνων και θυσιών και εξηγούν γιατί κατέχει κεντρική θέση στη συλλογική μνήμη».

Ο κ. Καραμανωλάκης υπογραμμίζει ότι «ζούμε σε μια χώρα όπου το πρόσφατο παρελθόν παραμένει άγνωστο και τα τεκμήριά του θεωρούνται ασήμαντα ή πολιτικά φορτισμένα». Αναφέρεται σε κλειστά αρχεία και παραμελημένους τόπους μνήμης, όπως το Μπλόκ 15 στο Χαϊδάρι ή η Μακρόνησος, και εκφράζει την ελπίδα ότι η υπόθεση των φωτογραφιών θα αποτελέσει αφετηρία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από τη διαχείριση της ιστορικής κληρονομιάς.

Προοπτικές για το μέλλον της ιστορικής έρευνας

«Δεν είμαι βέβαιος σε ποιον βαθμό συμβάλλει η ίδρυση ενός νέου Μουσείου, όταν υπάρχουν ήδη αρχεία και φορείς που μπορούν να “υποδεχτούν” τις φωτογραφίες», σημειώνει ο κ. Δορδανάς. Θεωρεί ωστόσο ότι η συγκυρία προσφέρει ευκαιρία για συζήτηση σχετικά με τους πόρους που διαθέτει η Πολιτεία για την ιστορική έρευνα και για την ανάγκη να αντιμετωπίζει το παρελθόν με εντιμότητα και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες.

Οι φωτογραφίες των εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, αναδυόμενες από τα βάθη της Ιστορίας, ανοίγουν ξανά ένα τραυματικό αλλά γόνιμο κεφάλαιο για την έρευνα και τη μνήμη. Η πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού δίνει ελπίδες για έναν νέο διάλογο σχετικά με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική και σύγχρονη ελληνική κοινωνία — έναν διάλογο που, όπως επισημαίνουν οι ιστορικοί, αξίζει να συνεχιστεί με νηφαλιότητα και σεβασμό.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.