Μετά από έναν επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων στο Θέατρο Πορεία, η «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα επέστρεψε από τις 26 Ιανουαρίου στο Θέατρο Δίπυλον κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη. Το εμβληματικό τελευταίο μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα μεταφέρεται στη σκηνή, σε θεατρική διασκευή του Άρη Λάσκου και σκηνοθεσία του Βαλάντη Φράγκου.
Συνδέοντας το ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία με το δημόσιο και το ιδιωτικό, να συνυπάρχουν, στην παράσταση δημιουργείται μια διαρκής σκηνική ένταση ενώ η δραματουργική γραφή, αναδεικνύει τον λυρισμό και τον στοχασμό του Τσίρκα, συνθέτοντας ένα έργο που κινείται ανάμεσα στην εξομολόγηση και στην πολιτική τραγωδία.
Δύο ηθοποιοί, ο Δημήτρης Πασσάς και η Ελένη Ζαραφίδου, αναλαμβάνουν τους δύο κεντρικούς ρόλους του Ανδρέα και της Φλώρας, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις Άρης Λάσκος, Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Τζίνη Παπαδοπούλου, Συμεών Τσακίρης εναλλάσσονται σε πολλαπλούς χαρακτήρες του μυθιστορήματος, ανασυνθέτοντας τη συλλογική ταυτότητα μιας εποχής ταραγμένης.

Η υπόθεση του έργου τοποθετείται το καλοκαίρι του 1965, όταν ένας άνδρας, ο Ανδρέας, επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από 18 χρόνια εξορίας στην Τασκένδη. Μέσα σε 20 ημέρες, θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας χώρας που βράζει.
Το Παλάτι μηχανορραφεί, η Βουλή κλονίζεται, το Σύνταγμα παρακάμπτεται, το παρακράτος δυναμώνει, ο Πρωθυπουργός παραιτείται, οι συνειδήσεις δοκιμάζονται ενώ στις 21 Ιουλίου δολοφονείται ο Σωτήρης Πέτρουλας στην οδό Σταδίου: όλα πυκνώνουν σ’ ένα τοπίο όπου το προσωπικό όραμα και το συλλογικό δράμα συγκρούονται. Ανάμεσα στη Φλώρα, την ξένης καταγωγής γυναίκα που αρνείται την πολιτική, και τη Ματθίλδη, τη νεαρή αγωνίστρια, ο Ανδρέας παλεύει να ορίσει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.

Με αφορμή την πρεμιέρα του νέου κύκλου παραστάσεων, οι ηθοποιοί μιλούν στα «Νέα» για τους ρόλους τους και τη σκηνή που ξεχωρίζουν.
Ζαραφίδου Ελένη
Η Φλώρα είναι ξένη, ζει στην Αθήνα 9 χρόνια, πλάσμα διαλυμένο, με έναν τελειωμένο γάμο, ζει με τη διατροφή από τον πρώην άντρα της και σκορπίζει τον εαυτό της κυνηγώντας εφήμερα πάθη, με ευκαιριακούς εραστές και αφημένη στους εθισμούς της, είναι χαμένη εξαρχής, απολιτίκ και εντελώς μόνη μέσα στον κόσμο. Μέσα από τα σκοτάδια βγαλμένη, ξωτικιά. Γνωρίζει τον Ανδρέα και ερωτεύονται, εκείνη παράφορα. Παντού μέσα στην πόλη ψάχνει τον Ανδρέα, τον αναζητά παντού, αλλά η ιστορία τη βρίσκει και αυτήν, τη συναντά και την ακουμπά, και τότε τα πάντα αλλάζουν.
Αγαπημένη σκηνή είναι η πρώτη συνάντηση με τον Ανδρέα και η πρώτη τους νύχτα μαζί, ο τρόπος που αυτοί οι δύο άνθρωποι αναγνωρίζονται και ενώνονται, το επακόλουθο αυτής της βραδιάς, που στη συνείδηση της Φλώρας αποκτά διαστάσεις μοίρας και προορισμού, ητεράστια επίδραση που έχει ο Ανδρέας πάνω στην ταραγμένη ψυχή της και το παρηγορητικό και ιαματικό άγγιγμα του στο πονεμένο κορμί της Φλώρας.
Άρης Λάσκος
Στην παράσταση – έχοντας κάνει και τη δραματουργία της – έχω τη χαρά να ερμηνεύω μετά από πολλά χρόνια πολλούς ρόλους: ομιλούντες και βωβούς (έναν βουλευτή της Δεξιάς, έναν ταξιτζή, έναν Εβραίο της Νέας Υόρκης στην Αθήνα, έναν Αμερικάνο πράκτορα, ένα στέλεχος της Αριστεράς). Μοιραία, αγαπημένος μου είναι ο κεντρικός, ο (Στέφανος) Κακομοίρας. Ένας επινοημένος ήρωας του Τσίρκα, που όμως βασίζεται πολύ στον υπαρκτό ιστορικό Στέλιο Αναστασιάδη: αιρετικό, ασυμβίβαστο, μη ενταγμένο κομματικά αριστερό ζωγράφο, που πολύ λίγα έχουν διασωθεί από το έργο του (λέγεται πως πέραν της ζωγραφικής, όταν είχε διαφύγει στη Βουδαπέστη έφτιαχνε πολιτικά ανέκδοτα που αντάλλασσε με καφέ και ποτό!).

Στο βιβλίο – και στην παράσταση – παρουσιάζεται ως ένας ψυχικά ευαίσθητος (έως ασταθής), επιστήθιος φίλος του Αντρέα, που έχοντας βιώσει όλη την ματαίωση του Εμφυλίου και της μετέπειτα καχεκτικής δημοκρατίας μέχρι το ’65, από την έγνοια του για το πού πάει ο κόσμος, κατέληξε να διαβάζει και να συλλέγει τα πάντα από εφημερίδες και περιοδικά, να κρυφακούει συνομιλίες, να περιπλανιέται στην πόλη. Ένα πνεύμα ανήσυχο, ανυπότακτο, στα όρια της ψυχικής κατάρρευσης, που – περισσότερο στην παράστασή μας, απ’ ότι στο βιβλίο – λειτουργεί ως άλλο «σήμα κινδύνου»: προειδοποιεί συνεχώς για το κακό που έρχεται.

Η αγαπημένη μου σκηνή είναι η πιο αληθινή στιγμή του, η μόνη που, ίσως, τον ακούμε να μιλάει για τον εαυτό του.
Λίγο πριν την κάθοδο του Γέρου από το Καστρί, συναντιέται με τη Φλώρα έξω από το σπίτι του και της λέει: «Δεν ζούμε μόνοι μας, Φλώρα μου. Κι ο χρόνος δεν είναι δικός μας. Απλώς κολυμπάμε. Ενίοτε μας παρασέρνει ένα μεγάλο κύμα. Μένει να αποδειχτεί ποιοι από εμάς θα επιζήσουμε. Πάντως σίγουρα δεν μπορούμε να ζήσουμε εκτός» συμπυκνώνοντας μάλλον όλο το νόημα της Χαμένης Άνοιξης σε μια φράση…
Καλλιόπη Παναγιωτίδου
Ο χαρακτήρας μου στην παράσταση «Χαμένη Άνοιξη» είναι η Ματθίλδη. Η Ματθίλδη είναι 22 χρονών, φοιτήτρια της Ιατρικής και είναι ο νεότερος ηλικιακά χαρακτήρας του έργου. Εμφανίζεται προς το τέλος του πρώτου μέρους του έργου, όταν ο Ανδρέας, ο κεντρικός χαρακτήρας, μετακομίζει κι εκείνη μένει δίπλα του. Η Ματθίλδη έχει ακλόνητη πιστή στην κοινωνική αλλαγή, όπως αυτή εκφράζεται από τη νεολαία Λαμπράκη, έχει διακόψει τις πολλές σχέσεις με τον πατέρα της, ταγματάρχη της χωροφυλακής και φασίστα σύμφωνα με την ίδια και προσπαθεί να ζήσει ανεξάρτητη. Οι χαρακτήρες συναντιούνται ακριβώς πριν το μεγάλο συμβάν της παραίτησης του Γεωργιου Παπανδρέου.

Η ορμητική της διεκδίκηση, η οξυδέρκεια της, η καθαρή πολιτική της άποψη που δεν έχει μολυνθεί από καμία πικρία, ήττα, συμφέρον κινητοποιούν και τον έως τότε μουδιασμένο Ανδρέα. Η ελπίδα πως δεν έχουν όλα χαθεί και πως όλοι μαζί μπορούμε να οικοδομήσουμε τον κόσμο που θέλουμε να ζήσουμε, γεμίζει τουςδρόμους της Αθήνας. Και όπως είναι φυσικό για δύο ανθρώπους που οραματίζονται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο και παλεύουν μαζί γι’αυτόν, συνδέονται ερωτικά.
Η αγαπημένη μου σκηνή του έργου είναι η τελευταία σκηνή του έργου, που περιγράφει το πώς η κηδεία του δολοφονημένου φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα μετατράπηκε σε μια τεράστια διαδήλωση, γιατί παρά το γεγονός ότι η άνοιξη χάθηκε και γνωρίζουμε όλοι ότι θα ακολουθήσει η δικτατορία των συνταγματαρχών ο Στράτης Τσίρκας επέλεξε να υπερβεί τη χρονική ακολουθία τονίζοντας ότι από εμάς εξαρτάται να φέρουμε την Άνοιξη.
Τζίνη Παπαδοπούλου
Η Χαμένη Άνοιξη είναι ένα εμβληματικό έργο του Τσίρκα που μιλάει για μια ταραγμένη εποχή της Ελλάδας, το διάστημα πριν το πραξικόπημα της Χούντας. Στην παράσταση υποδύομαι 2 ρόλους την Γκρέτε μια γερμανοεβραία, διασωθείσα του Άουσβιτς, που ζει στην Αθήνα από το ’46 και την Ευανθία, την γεροντοκόρη θεία του πρωταγωνιστή, που βλέπει τα γεγονότα να έρχονται και προσπαθεί να προειδοποιήσει και να προστατεύσει. Ανάμεσα στους δύο ρόλους αγαπώ λίγο περισσότερο την θεία. Ἰσως γιατί μου θυμίζει θείες που γνώρισα, ανθρώπους που έζησαν στο περιθώριο, σαφώς πολιτικοποιημένους αλλά κακοποιημένους από μια περιρρέουσα που τους αφαιρούσε όλο και περισσότερο το δικαίωμα να ελπίζουν. Η θεία Ευανθία μένει παρούσα στις εξελίξεις αλλά προσπαθεί να προστατέψει τον ανηψιό της από όσα διαβλέπει πως έρχονται. Είναι η φωνή της «λογικής» όσων έζησαν την φρίκη, μετά για λίγο το όνειρο και διαψεύστηκαν ξανά και ξανά από την αμείλικτη πραγματικότητα.

Η αγαπημένη μου σκηνή είναι η πρώτη της εμφάνιση. Μανιώδης καπνίστρια αλλά και αυτοδίδακτη «χαρτορίχτρα» υποδέχεται τον ανηψιό της μετά από την επίσκεψή του στην Λειβαδιά και ξεδιπλώνει όλη την ίντριγκα που ο ίδιος αρνείται να δει, πεισματικά δεμένος στην πρώτη εντύπωση που του έδωσε η Αθήνα όταν επέστρεψε, μετά από 18 χρόνια στην Τασκένδη. «Κι όταν είδες το Χίλτον…αυτό το τέρας έλεγες…Καλά βρε παιδάκι μου, ούτε εμένα μ’ αρέσει. Αλλά τι ξέρω εγώ από αρχιτεκτονική; Αφού βοηθάει τον τουρισμό..» θα πει η θεία.

Για μένα αυτή η ατάκα εκφράζει την εποχή αλλά και όλους τους ανθρώπους διαχρονικά, που οι εξελίξεις τους ξεπερνούν και αυτοί τις αποδέχονται γιατί το να πηγαίνουν ενάντια στο «ρεύμα» τους έχει εξουθενώσει. Δεν είναι ήρωας η θεία. Αλλά όταν η Ώρα φτάσει, θα βγει στους δρόμους και θα ενώσει την φωνή της με όλους για να σωθεί ό, τι σώζεται, για να γεννηθεί μια καινούργια Άνοιξη.
Δημήτρης Πασσάς
Ο Ανδρέας είναι ένας από τους χιλιάδες αγωνιστές που προσπάθησαν να αλλάξουν τον κόσμο για όσους έρθουν μετά από αυτούς. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα. Όπως αυτοί που σηκώθηκαν να πάνε με καραβάκια στη Γάζα. Να σταθούν απέναντι στο άδικο.
Ο Ανδρέας είναι παιδί και πατέρας σε μια αλυσίδα ανθρώπων που δεν ξεχνούν τίποτα κι όμως επιλέγουν να ξεκινούν κάθε επόμενη ημέρα με την ελπίδα πως το αναμενόμενο δεν είναι αναπόφευκτο. Πώς υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Πριν ξεκινήσουμε την παράσταση λέω καμιά φορά κανένα στίχο ή καμιά εξυπνάδα. Τις προάλλες θυμήθηκα το εξής υπέροχο του Τίτου Πατρίκιου:
Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα,
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.
Συμεών Τσακίρης
Για τον ρόλο του Αριστοκλή
«Ο Αριστοκλής είναι μια φιγούρα που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη νηφαλιότητα και στην αγωνία. Έχει μια έμφυτη τάση να βάζει τάξη στα πράγματα – ή τουλάχιστον να προσπαθεί. Αναλύει, παρατηρεί, σχολιάζει· όμως πίσω από αυτή τη σχεδόν υπερβολική επιμονή στην “κατανόηση” κρύβεται ένας άνθρωπος που αναζητά σταθερότητα σε έναν κόσμο που μοιάζει να διαλύεται. Μοιάζει να θέλει να πείσει και τον εαυτό του και τους γύρω του ότι όλα μπορούν να εξηγηθούν, ότι όλα έχουν μια λογική σειρά.

Κι αυτή η ανάγκη για βεβαιότητες γεννά, με έναν παράδοξο τρόπο, μια σιωπηλή τρυφερότητα. Δεν είναι ένας ήρωας που υψώνει τη φωνή· είναι κάποιος που διασχίζει την καταιγίδα προσπαθώντας να μην ταράξει τα νερά – παρότι στον πυρήνα του ξέρει ότι τα νερά έχουν ήδη ταραχτεί. Κουβαλά έναν αυτοσαρκασμό σχεδόν άθελά του, σαν να αντιλαμβάνεται ότι καμία λογική δεν επαρκεί απέναντι στο χάος, κι όμως συνεχίζει. Αυτό τον κρατάει ζωντανό.»
Για την αγαπημένη μου σκηνή με τη Φλώρα
«Η πρώτη μας μεγάλη σκηνή με τη Φλώρα είναι καθοριστική γιατί αποτελεί τη στιγμή που συμπυκνώνεται όλη η ένταση της εποχής. Δύο άνθρωποι προσπαθούν να μιλήσουν ενώ γύρω τους επικρατεί μια αίσθηση αποδιοργάνωσης. Η σκηνή είναι χτισμένη πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη νηφαλιότητα και στο υπόγειο άγχος που δεν λέγεται αλλά υπάρχει. Οι λέξεις αποκτούν βάρος όχι επειδή είναι δραματικές, αλλά επειδή ειπώνονται σε μια στιγμή όπου κάθε φράση μπορεί να σημαίνει κάτι περισσότερο απ’ ό, τι αφήνει να φανεί.
Υπάρχει μια αδιόρατη τρυφερότητα, μια εύθραυστη εμπιστοσύνη, αλλά και μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό. Εκεί, μέσα σε αυτή την ιδιαίτερη σιωπή της σκηνής, διαφαίνεται για πρώτη φορά πως οι δύο τους δεν αντιμετωπίζουν απλώς μια δύσκολη συζήτηση· κουβαλούν ολόκληρη την αστάθεια μιας εποχής που τους υπερβαίνει. Κι αυτό κάνει τη στιγμή μοναδική.»






