Τη χρονιά που αφήσαμε πίσω μας, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήρθε αντιμέτωπη με ορισμένες δυσάρεσετες συνειδητοποιήσεις. Η εγκατάλειψη από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, στρατηγικής, συμμαχιών και ισορροπιών που οικοδομήθηκαν μεταπολεμικά μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, πρόσφεραν απανωτά σοκ στην Ευρώπη και την Ουκρανία, καθώς οι τελευταίες έβλεπαν έναν από τους πλέον σταθερούς και σημαντικούς εταίρους τους να απομακρύνεται από τους άλλοτε κοινούς στόχους και επιδιώξεις.
Ο προστατευτισμός κι η μονομερής δράση πήραν τη θέση της ανοικτότητας και της διπλωματίας πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική κανονικότητα για πολλές δεκαετίες, ενώ συγχρόνως η άρνηση της αμερικανικής πλευράς να συνεχίσει να ασκεί πίεση στη Ρωσία του Πούτιν, η πίεση προς την Ουκρανία να συνθηκολογήσει και ο εξωστρακισμός των ηγεσιών της Ευρώπης από τις συζητήσεις με την αμερικανική πλευρά να επιχειρεί απευθείας συζητήσεις με τη Ρωσική πλευρά χωρίς τη συμμετοχή άλλων, έδωσαν την εικόνα μιας αδύναμης Ευρώπης που δεν είναι σε θέση να ορίσει μόνη της τις τύχες της και να προασπίσει τα συμφέροντά της. Τι πρέπει να κάνει η Ένωση για όλα αυτά; Πώς μπορεί να προασπίσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της ίδιας και των κρατικών συνιστωσών της; Πώς μπορεί να δράσει ώστε να ορίζει μόνη της τύχες της; Είναι άλλωστε μια από τις σημαντικότερες αγορές στον πλανήτη και ένας τεράστιος κάτοχος και παραγωγός πλούτου.
Λέμε συχνά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη. Η ανάπτυξη, η ευημερία και η ειρήνη που έχουμε βιώσει από τότε που συστάθηκε η Ε.Κ.Α.Χ. μέχρι σήμερα που η Ε.Ε. έχει μετασχηματιστεί στον μοναδικό υπερεθνικό οργανισμό παγκοσμίως αποτελώντας συγχρόνως τον διακριτό εκείνο χώρο εντός του οποίου εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πλανήτη, είναι ανυπολόγιστες. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στα περισσότερα από εβδομήντα χρόνια ζωής του έχει μετεξελιχθεί πολλες φορές με τον στόχο κάθε φορά να είναι ένας: περισσότερη Ευρώπη. Η σχέση των πολιτών των κρατών μελών με την ιδέα της Ευρώπης ανά τα χρόνια υπήρξε μια σχέση παλινδρόμησης: μπορεί να βίωναν διαρκώς στην καθημερινότητα, στο πετσί και στην τσέπη τους τα οφέλη της κοινής πορείας, έβλεπαν όμως με δισταγμό τις προσπάθειες μεγαλύτερης «ομοσπονδιοποίησης» της Ένωσης.
Από το 2005 που τα δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία «μπλόκαραν» την έλευση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος, μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει πολλά. Ενώ οι ελίτ διστάζουν, οι πολίτες δείχνουν να θέλουν περισσότερη Ευρώπη, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας. Έρευνα του ευρωβαρόμετρου από την άνοιξη του 2025 έδειξε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των πολιτών προς την ένωση που έχει καταγραφεί από το 2007 μέχρι σήμερα, ενώ συγχρόνως η πλειοψηφία επιθυμεί μια αμυντική ένωση. Φυσικά στην αλλαγή αυτή συνέβαλαν τα γεγονότα των τελευταίων ετών: τόσο η ρωσική επιθετικότητα όσο και η απρόβλεπτη στάση των ΗΠΑ, στις οποίες η Ευρώπη βασιζόταν για την άμυνά της.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρώην ιταλός πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στα τέλη του 2025 στο Οβιέδο της Ισπανίας, αφού παρέλαβε το βραβείο της Πριγκίπισσας των Αστουρίων για τη Διεθνή Συνεργασία, προώθησε την ιδέα του «πραγματιστικού φεντεραλισμού» (“pragmatic federalism”).
Ο Μάριο Ντράγκι παριέγραψε στην ομιλία του μια Ευρώπη που αδυνατεί να ανταποκριθεί σε έναν κόσμο αυξανόμενης γεωπολιτικής έντασης, προστατευτισμού και επιστροφής της σκληρής ισχύος. Υποστήριξε, και σωστά, ότι το σημερινό μοντέλο λειτουργίας της ΕΕ δεν επαρκεί για προκλήσεις όπως η άμυνα, η ενέργεια και η τεχνολογία, ενώ λείπει και η αναγκαία δημοκρατική νομιμοποίηση για βαθύτερη ενοποίηση. Όπως είπε, η Ευρώπη δεν είναι εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις. Αναγνωρίζοντας ότι οι πολιτικές συνθήκες για πλήρη ομοσπονδία δεν υπάρχουν, προτείνει έναν «πραγματιστικό φεντεραλισμό»: ευέλικτες συμμαχίες πρόθυμων κρατών γύρω από συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους. Έτσι, κατά αυτόν, η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει ισχύ, αυτονομία και μια προοπτική νέας δυναμικής.
Συνεπώς το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη ολοκλήρωση, αλλά πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί θεσμικά και πολιτικά. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχωρούσε πάντοτε αργά μέσα από κρίσεις, με διαπραγματεύσεις και μεταφορά αρμοδιοτήτων από το εθνικό επίπεδο στο υπερεθνικό. Πώς θα μοιάζει μια ΕΕ πιο κοντά στην ομοσπονδία; Και, κυρίως, πώς θα εξασφαλιστεί μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση από την βάση στην κορυφή;
«ΤΑ ΝΕΑ» απευθύνθηκαν σε δύο καθηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών για να σχολιάσουν την πρόταση Ντράγκι και την πιθανότητα περαιτέρω ομοσπονδιοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι σημαίνει αυτός ο «ρεαλιστικός φεντεραλισμός» που πρότεινε ο Ιταλός πρώην κορυφαίος αξιωματούχος; Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί; Κλήθηκαν να καταθέσουν τις απόψεις τους η Βασιλική Χρήστου, επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και ο Νικόλαος Σημαντήρας, επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, που διδάσκει σε μεταπτυχιακό επίπεδο Ευρωπαϊκό και Συγκριτικό Δημόσιο Δίκαιο.
Διαβάστε εδώ τι έχουν να πουν:
Πραγματικός ή «πραγματιστικός» φεντεραλισμός;
Η προσαρμοστικότητα ως νέα προτεραιότητα






