Ο ανεκμετάλλευτος ορυκτός πλούτος της Γροιλανδίας έχει φέρει το νησί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βλέπει σε αυτό μια ευκαιρία για την ενίσχυση της αμερικανικής επιρροής και της ενεργειακής ανεξαρτησίας.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, τα υπόγεια κοιτάσματα της Γροιλανδίας θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα στις σπάνιες γαίες μέταλλα απαραίτητα για μαχητικά αεροσκάφη, λέιζερ, ηλεκτρικά οχήματα και ιατρικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας.
«Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία… Είναι τόσο στρατηγική αυτή τη στιγμή», είχε δηλώσει ο Τραμπ στους δημοσιογράφους μέσα στο Air Force One. Λίγες ημέρες αργότερα, πρόσθεσε πως «θα κάνουμε κάτι για τη Γροιλανδία, είτε τους αρέσει είτε όχι», δείχνοντας αποφασισμένος να προχωρήσει με κάθε τρόπο.
Αν και ο ίδιος έχει κατά καιρούς υποβαθμίσει τη σημασία των φυσικών πόρων του νησιού, ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Μάικ Γουόλτς τόνισε το 2024 ότι το ενδιαφέρον των ΗΠΑ επικεντρώνεται στα «κρίσιμα ορυκτά» και τους «φυσικούς πόρους» της περιοχής.
Οι δυσκολίες της Αρκτικής
Παρά τις φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η δανική κυριαρχία στη Γροιλανδία, αλλά το ακραίο περιβάλλον της Αρκτικής. Οι συνθήκες καθιστούν την εξόρυξη εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή, καθώς πολλά κοιτάσματα βρίσκονται σε απομονωμένες περιοχές κάτω από στρώματα πάγου πάχους άνω του ενός χιλιομέτρου.
Επιπλέον, η Γροιλανδία δεν διαθέτει την απαραίτητη υποδομή ή ανθρώπινο δυναμικό για την ανάπτυξη μιας μεγάλης εξορυκτικής βιομηχανίας. «Η ιδέα να μετατραπεί η Γροιλανδία σε εργοστάσιο σπάνιων γαιών της Αμερικής είναι επιστημονική φαντασία», σημειώνει ο Μάλτε Χούμπερτ του The Arctic Institute.
Περίπου το 80% του νησιού καλύπτεται από πάγο, ενώ η εξόρυξη στην Αρκτική κοστίζει έως και δέκα φορές περισσότερο σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη.
Η σύγκριση με τη Βενεζουέλα
Το ενδιαφέρον του Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν είναι νέο. Ωστόσο, η εμπλοκή του στη Βενεζουέλα και η προσπάθεια ελέγχου των πετρελαϊκών πόρων της χώρας έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για το βόρειο νησί.
Σύμφωνα με την πλατφόρμα προβλέψεων Kalshi, η πιθανότητα οι ΗΠΑ να αποκτήσουν έλεγχο σε τμήμα της Γροιλανδίας αυξήθηκε στο 40%, από 20% που ήταν στα μέσα του 2025. Παρ’ όλα αυτά, η Γροιλανδία – σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα – είναι σύμμαχος μέσω της Δανίας στο ΝΑΤΟ και παραμένει πολιτικά σταθερή και ανοιχτή στις ξένες επενδύσεις.
«Δεν βλέπω λόγο να κατακτηθεί η Γροιλανδία. Είμαστε ανοιχτοί στις επενδύσεις και στη συνεργασία με τους Αμερικανούς», δήλωσε ο Κρίστιαν Κέλντσεν, διευθύνων σύμβουλος της Greenland Business Association.
Ο μύθος του «χρυσωρυχείου»
Η προοπτική μιας μαζικής αμερικανικής επένδυσης στη Γροιλανδία θεωρείται από πολλούς ειδικούς μη ρεαλιστική. «Αν υπήρχε ένα “χρυσωρυχείο” που περίμενε να ανακαλυφθεί, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θα είχαν ήδη πάει εκεί», υπογραμμίζει ο Τζέικομπ Φανκ Κίρκεγκαρντ του Peterson Institute for International Economics.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η αρχική επένδυση θα ήταν τόσο υψηλή που δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επιχειρηματικά, ακόμη και με κρατικές εγγυήσεις. «Αν τους δοθούν αρκετά χρήματα από τους φορολογούμενους, οι εταιρείες θα το επιχειρήσουν. Αλλά αυτό δεν αποτελεί βιώσιμη βάση για αγορά εδάφους», πρόσθεσε.
Περιβαλλοντικές προκλήσεις
Η κλιματική κρίση έχει επιφέρει τήξη των πάγων και άνοδο των θερμοκρασιών στην Αρκτική, δημιουργώντας νέες, αλλά αβέβαιες, οικονομικές προοπτικές. Παρότι η μείωση του πάγου ανοίγει ναυτιλιακές διαδρομές, κάνει το έδαφος πιο ασταθές και αυξάνει τον κίνδυνο κατολισθήσεων.
«Η κλιματική αλλαγή δεν σημαίνει ότι είναι εύκολο. Δεν είναι η Μεσόγειος ή η μπανιέρα σας. Απλώς υπάρχει λιγότερος πάγος», σχολιάζει ο Χούμπερτ. Παράλληλα, οι αυστηροί περιβαλλοντικοί κανονισμοί της Γροιλανδίας αυξάνουν το κόστος και αντικατοπτρίζουν την επιθυμία των κατοίκων να προστατεύσουν το φυσικό τους περιβάλλον.
Η πολιτική διάσταση
Οποιαδήποτε συμφωνία για την πώληση της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ θα απαιτούσε πιθανότατα δημοψήφισμα. Ωστόσο, δημοσκόπηση του Ιανουαρίου 2025 δείχνει ότι μόλις το 6% των Γροιλανδών υποστηρίζει την ένταξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 85% αντιτίθεται.
Ο Άνταμ Λαζενές, καθηγητής αρκτικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο St. Francis Xavier, προειδοποιεί ότι η «παράξενη ρητορική» περί κατάληψης της Γροιλανδίας μπορεί να υπονομεύσει τις σχέσεις με τη Δανία και τη Γροιλανδία. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να πάψουν να θεωρούνται φίλος και να αντιμετωπίζονται ως νταής», σημειώνει.
Τέλος, ο Κρίστιαν Κέλντσεν επιβεβαιώνει ότι το κλίμα καχυποψίας είναι ήδη αισθητό. «Προς το παρόν, οτιδήποτε αμερικανικό αποτελεί κόκκινη σημαία», δήλωσε. «Όλοι αναρωτιούνται: “Υποστηρίζω κάποιον που καταλαμβάνει τη χώρα μου;”».







