Τέσσερα κόμματα της αντιπολίτευσης, για πρώτη φορά στα πενήντα χρόνια της Μεταπολίτευσης, κατάφεραν με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ να συσπειρωθούν και να συνεννοηθούν και να συνυπογράψουν ένα κείμενο που θα έφερνε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Βουλή.

Τρεις μέρες και μια ψηφοφορία μετά, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της αντιπολίτευσης: πως όχι μόνο έφερε τον Πρωθυπουργό στη Βουλή για ένα θέμα που αφορά ακόμα την ελληνική κοινωνία, αλλά τον έφερε πιεζόμενο από τις εξελίξεις και τον ανάγκασε να ανοίξει τη βεντάλια των απαντήσεων για τη διαχείριση εκ μέρους της κυβέρνησης της τραγωδίας των Τεμπών – ακόμα κι αν θεωρείται πως δεν απάντησε στα ερωτήματα που αφορούν το μονταρισμένο υλικό και τέθηκαν μετ’ επιτάσεως από τους βουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ.

Η πρόταση δυσπιστίας άνοιξε παράθυρο ευκαιρίας στον Νίκο Ανδρουλάκη, με το ΠΑΣΟΚ να υπενθυμίζει ότι μετά από δικές του παρεμβάσεις και ανάδειξη συγκεκριμένων κυβερνητικών ενεργειών ο Μητσοτάκης δεν «παραίτησε» δύο, αλλά τρεις στενούς του συνεργάτες – μετρώντας και το ό,τι συνέβη στην υπόθεση των υποκλοπών.

Οι βουλευτές και ο ίδιος ο Μητσοτάκης, που κάλυψαν τον πρώην υπουργό Μεταφορών Κώστα Καραμανλή με τα λόγια και το χειροκρότημά τους, έχουν πια μπει στο ίδιο κάδρο ενδεχόμενων ευθυνών μαζί του. Η πρόταση δυσπιστίας, λένε στην αντιπολίτευση, πέτυχε γιατί «κανείς πια δεν μπορεί να πει πως δεν ήξερε», πετώντας την μπάλα στην κερκίδα όσο η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση.

Στο ΠΑΣΟΚ μπορούν να χαίρονται για έναν ακόμη λόγο: ήταν εκείνοι που κατάφεραν να λειτουργήσουν ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε κόμματα της αντιπολίτευσης που στην πραγματικότητα δεν συνομιλούν σε ηγετικό επίπεδο μεταξύ τους, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά, με τον Ανδρουλάκη να ηγείται ενός ετερόκλητου σχήματος που κατάφερε να «στριμώξει» αρκετά την πλειοψηφία.

Αυτού του είδους η συνύπαρξη, όποιος κι αν προκύψει να ηγηθεί σε μια ενδεχόμενη επόμενη πρωτοβουλία, έχει πια know-how – έχει δηλαδή έναν τρόπο που μπορεί να πετύχει, έχει όμως και κινήσεις προς αποφυγή.

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΗΝΙΑ.

Πού απέτυχε η αντιπολίτευση; Για τον ΣΥΡΙΖΑ, η ακραία ρητορική που αξιοποιήθηκε και από τον Στέφανο Κασσελάκη αλλά και από στελέχη του κόμματος κυρίως εκτός Βουλής θα μπορούσε να μεταφραστεί σε υπερβάλλοντα αντιπολιτευτικό ζήλο – που στοχεύει και σε ένα ακροατήριο που δεν είναι απαραίτητα προοδευτικό.

Παράλληλα, ειδικά για τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης που «συμμάχησαν» για την πρόταση δυσπιστίας, διαφάνηκε ένας διαγωνισμός για το ποιος έχει τα αντιπολιτευτικά ηνία: οι δηλώσεις του Νίκου Παππά για «προσυνεννόηση» ενίσχυσαν την καχυποψία που νιώθουν στο ΠΑΣΟΚ για ένα μέρος στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που η συνύπαρξη δεν στάθηκε ικανή να κρύψει τις διαφορές που υπάρχουν και στο επίπεδο των μικρότερων κομμάτων.

Για παράδειγμα, η ενόχληση της Νέας Αριστεράς με τις δηλώσεις Παππά και με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου έγινε συμβολικά σαφής με σχετική ανακοίνωση και απουσία των βουλευτών στην ομιλία της δεύτερης.

Οπως οι βουλευτές και οι υπουργοί της ΝΔ συμπτύχθηκαν στο ίδιο κάδρο ευθυνών, έτσι ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας συμπτύχθηκαν εξίσου, με τα στελέχη του ενός κάποιες φορές να καλούνται να απαντήσουν για τη συμπεριφορά των άλλων.

Κατάσταση που δεν διευκολύνει κανέναν και στην παράλληλη μάχη που διεξάγεται για τον προοδευτικό χώρο και έχει ορόσημο τις ευρωεκλογές.

Επί της ουσίας κανείς δεν περίμενε πως η κυβέρνηση θα έχανε την Πέμπτη το βράδυ τη δεδηλωμένη. Στην αντιπολίτευση όμως μπορούν να μιλούν για μια ρωγμή στο κυβερνητικό αφήγημα της διαφάνειας που δεν επιδιορθώθηκε στο τέλος της συζήτησης.

¢ Την Δευτέρα, ο Νίκος Ανδρουλάκης φέρνει το θέμα της «μονταζιέρας» των συνομιλιών στον Αρειο Πάγο: «Πρέπει να υπάρξει έρευνα, να μάθουμε ποιοι είχαν προτεραιότητα εκείνο το βράδυ να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη. Είναι επικίνδυνοι, πρέπει να οδηγηθούν στην Δικαιοσύνη», ανέφερε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κάνοντας λόγο για «αδίστακτο χέρι».