Χρειάστηκε μόνο μια καταγγελία, τη σωστή στιγμή, από τον κατάλληλο άνθρωπο: τις τελευταίες μέρες ζούμε την ελληνική επανάληψη του #MeToo, του (κατά κύριου λόγου) γυναικείου κινήματος που έστειλε τον Χάρβεϊ Γουάινστιν στη φυλακή. Το 2017 η εδώ κοινωνία παρατηρούσε τα όσα γίνονταν στις ΗΠΑ μάλλον δύσπιστα. Οι ξαφνικές αποκαλύψεις, που προέρχονταν κυρίως από ηθοποιούς της βιομηχανίας του Χόλιγουντ, προξένησαν αντιδράσεις ανάλογες με αυτές που καταγράφηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά την εξομολόγηση της Σοφίας Μπεκατώρου: μερικοί φώναζαν πως οι γυναίκες που κατήγγειλαν κακοποίηση ή παρενόχληση είχαν μείνει σιωπηλές με αντάλλαγμα την καριέρα τους και άλλοι πίστευαν πως το #MeToo είχε γίνει όχημα δημοσιότητας για εκείνες που το ταλέντο δεν στάθηκε αρκετό για να πετύχουν.

Στον πυρήνα και των δύο απόψεων υπήρχε η βαθιά κρυμμένη πατριαρχική εξήγηση: τα 'θελαν και τα 'παθαν, είτε γιατί δεν ήταν αρκετά ικανές να προστατεύσουν τον εαυτό τους είτε γιατί όντως δεν μίλησαν εκείνη τη στιγμή, δίνοντας σιωπηλή συναίνεση.

 

Πάντα καθυστερημένη (οι)

Η Ελλάδα ανέκαθεν έφτανε καθυστερημένη στις διαπιστώσεις για την ισότητα. Το δικαίωμα στην ψήφο, που για τις γυναίκες του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας ήρθε το 1918, ενώ για αυτές της Γαλλίας και της Ιταλίας δύο χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έφτασε στο ελληνικό Σύνταγμα το 1952 - τουλάχιστον μέχρι το 1950 οι γυναίκες χωρίζονταν στα κορίτσια για σπίτι και στις «κοινές», ένδειξη και του τρόπου που αντιμετωπίζονταν. Το 1984 η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ορίζει με νόμο την ίση πρόσβαση και μεταχείριση ανδρών και γυναικών. Σe αυτόν τον νόμο περιλαμβάνεται η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης ως μορφή διάκρισης λόγω φύλου στον χώρο εργασίας. Τα επόμενα βήματα γίνονται από το 2000 έως το 2006, όπου πλέον η ομπρέλα προστασίας για περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης επεκτείνεται στην ενδοοικογενειακή βία - μόλις το 2010, ωστόσο, η Ελλάδα εναρμονίζεται με τις πιο πρόσφατες κοινοτικές οδηγίες.

 

 

Δεν φταίει βέβαια η καθυστερημένη νομοθέτηση, δείχνει όμως χαρακτηριστικά τη νοοτροπία. Το 2019 χρειάστηκαν οι αντιδράσεις εντός του κυβερνώντος (τότε) ΣΥΡΙΖΑ, ώστε η διάταξη για τον βιασμό στον Ποινικό Κώδικα να παραμείνει σκληρή: «Oποιος επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως 10 έτη». Οι μοναδικές περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν που οι σεξουαλικές κακοποιήσεις πήραν έκταση ήταν όταν συνοδεύονταν από μια απόπειρα δολοφονίας ή έναν φόνο: η Μυρτώ στην Πάρο, η Σούζαν Iτον στην Κρήτη και η Ελένη Τοπαλούδη στην Ρόδο ήταν οι εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα της αδιαφορίας και της κρυφής σκέψης πως κάποια (ή κάποιος, γιατί τα θύματα δεν είναι αποκλειστικά γυναίκες) «πήγαινε γυρεύοντας».

 

Οι μη επώνυμες Σοφίες

«Γιατί τον ακολούθησε στο δωμάτιό του; Μεγάλη κοπέλα ήταν, όχι κανένα παιδάκι» ήταν η φράση που ακούστηκε περισσότερο για την Μπεκατώρου. Δεν το έλεγαν μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες - γυναίκες που ενδεχομένως κλήθηκαν ή θα κληθούν στο μέλλον να αναθρέψουν αγόρια. Το 2017 αυτά που λέγονταν ήταν ακόμα χειρότερα, γιατί τα θύματα βρίσκονταν μίλια μακριά, ήταν απρόσιτα και καθόλου οικεία, είχαν πάνω τους σαν λέκιασμα το κλισέ κάθε σόουμπιζ, πως «είναι όλη ένα κρεβάτι». Την Μπεκατώρου, από την άλλη, όλοι την είχαν σαν εικόνα στο μυαλό τους - είτε από το 2004 που έφερε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο 470 μαζί με την Αιμιλία Τσουλφά, είτε όταν έμπαινε στο στάδιο του Ρίο, το 2016, ως πρώτη γυναίκα σημαιοφόρος της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής.

 

 

Για οποιαδήποτε άλλη Σοφία η καταγγελία θα είχε μείνει στην αφάνεια. Ή θα είχε την τύχη της υπόθεσης της Αμαρύνθου: πώς θα αντιδρούσαμε σήμερα στην καταγγελία μιας δεκαπεντάχρονης μαθήτριας πως τέσσερις συμμαθητές της τη βίασαν στην τουαλέτα του σχολείου και τρεις συμμαθήτριές της το βιντεοσκόπησαν με το κινητό και το διαμοίρασαν; Ο πολιτικός κόσμος το φθινόπωρο του 2006 ξεσηκώθηκε, το κορίτσι άλλαξε σχολείο και κάποια χρόνια μετά, όταν ο θόρυβος κόπασε, το δικαστήριο έκρινε τους δράστες αθώους παμψηφεί, γιατί «ασέλγησαν μεν, αλλά με τη θέλησή της». «Τα παιδιά θα γυρίσουν στο σχολείο τους. Κι αν έγινε βιασμός, δεν πειράζει. Μικρά είναι, θα ξεχάσουν» έλεγε τότε ένας 65χρονος από την Αμάρυνθο σε σχετικό ρεπορτάζ («To Βήμα της Κυριακής»). Το πριν και το μετά την υπόθεση της Μπεκατώρου είναι η μέρα με τη νύχτα. Ακόμα και εκείνες που είχαν ξαναμιλήσει στο παρελθόν διαπίστωσαν πως, σε αντίθεση με ό,τι είχαμε συνηθίσει να συμβαίνει, αυτή τη φορά η καταγγελία τους ακούστηκε. Κι ας μην ήταν καινούρgια: μέχρι την προηγούμενη Κυριακή είχε διαφορετική αξία.

 

Οταν κοπάσει ο ντόρος

Μπορεί να μας πήρε λίγο χρόνο παραπάνω, όμως το #MeToo ήρθε και εδώ. Αν κρίνουμε από τα παραδείγματα που προηγήθηκαν, ο ντόρος κάποια μέρα θα κοπάσει τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε - θα έχει προλάβει, ωστόσο, να εξασφαλίσει κάποιες αλλαγές στο πνεύμα και στη διαχείριση τέτοιων κατηγοριών. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η πιθανότητα το #ΜeΤoo να βρει πολιτικό εκφραστή: στις ΗΠΑ της απόλυτης κυριαρχίας του Ντόναλντ Τραμπ ήταν οι γυναίκες που οργανώθηκαν και πήγαν στις κάλπες μαζικά, κερδίζοντας τρεις Πολιτείες για τον Τζο Μπάιντεν.

Και στην Ελλάδα οι αριθμοί είναι που μιλούν. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ο γυναικείος πληθυσμός της χώρας είναι μεγαλύτερος από τον ανδρικό - παρ' όλα αυτά τα θέματα φύλου συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται ως θέματα «ειδικού χειρισμού», που δεν έχουν μεγάλο εκλογικό όφελος, άρα έχουν λίγο ενδιαφέρον. Υπάρχει χώρος για γυναικεία πολιτική ατζέντα στην Ελλάδα; Υπάρχει κοινό για να τη στηρίξει; Αυτές τις ερωτήσεις απευθύνουν τα στελέχη των μεγαλύτερων κομμάτων σε δημοσκόπους και επικοινωνιολόγους.

Το ταγκό, πάντως, θέλει δύο: για να υπάρχει κοινό, πρέπει πρώτα να υπάρχει πρόταση.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από