Με τους νεκρούς από κοροναϊό στη χώρα μας να έχουν φτάσει τους 3.870, το iMEdD παρουσιάζει για πρώτη φορά τη γεωγραφική κατανομή των θανάτων στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τον ΕΟΔΥ που δίνει στοιχεία μόνο για την κατανομή των κρουσμάτων.

Ενδεικτικό της σφοδρότητας του δεύτερου κύματος της πανδημίας και της κρισιμότητας της κατάστασης είναι το γεγονός ότι από από τους συνολικά 3.870 νεκρούς οι 3.061 «χάθηκαν» από την 1η Νοεμβρίου έως και τις 14 Δεκεμβρίου. Μόνο τον Δεκέμβριο, μέχρι χτες 15 Δεκεμβρίου, είχαμε 1.379 θανάτους από Covid-19.

Όπως αναφέρουν οι συντάκτες της έρευνας, συγκεντρώθηκαν ανωνυμοποιημένα στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή 3.214 θανάτων ανά Περιφερειακή Ενότητα από την αρχή της πανδημίας (αντιστοιχεί στο 87% των 3.687 συνολικών θανάτων έως τις 14 Δεκεμβρίου).

Η Βόρεια Ελλάδα θρηνεί τους περισσότερους νεκρούς

Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι οι περιοχές με τους περισσότερους θανάτους είναι:

  • η Θεσσαλονίκη (750)
  • η Αττική (659)
  • η Πέλλα (208)
  • οι Σέρρες (184)
  • η Πιερία (148)
  • η Ημαθία (138)
  • η Δράμα (140)
  • η Λάρισα (122)

Όμως, η αναγωγή των θανάτων ανά 100.000 πληθυσμού (υπολογισμός που μας επιτρέπει να συγκρίνουμε περιοχές μεταξύ τους) δείχνει ότι οι περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία είναι οι:

  • Πέλλα (148,9 θάνατοι ανά 100.000 πληθυσμού)
  • Δράμα (142,4)
  • Πιερία (116,8)
  • Σέρρες (104,3)

Η Θεσσαλονίκη έχει 67,5 νεκρούς ανά 100.000 πληθυσμού και η Αττική 17,2.

Ο χάρτης με τη γεωγραφική κατανομή των θανάτων της πανδημίας

Στον παρακάτω χάρτη μπορείτε να δείτε, εκτός από τους θανάτους ανά 100.000 πληθυσμού, και τη θνητότητα (θάνατοι ανά επιβεβαιωμένα κρούσματα).

Ο δείκτης της θνητότητας μας δείχνει πόσοι από αυτούς που έχουν διαγνωστεί θετικοί στον κοροναϊό, έχασαν τη ζωή τους. Παρά το γεγονός ότι η θνητότητα είναι πολύ σημαντικός δείκτης, θα πρέπει να τον διαβάζουμε με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή.

Αυτό διότι ο αριθμός των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με COVID-19 δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό πληθυσμό που έχει κολλήσει τον ιό. Αυτό συμβαίνει, από τη μία, επειδή δεν υποβάλλεται σε τεστ το σύνολο του πληθυσμού και, από την άλλη, επειδή εκείνοι που υποβάλλονται σε τεστ συνήθως είναι άτομα που έχουν ήδη εμφανίσει κάποια συμπτώματα.

Εξαιτίας αυτών των λόγων, το ποσοστό θνητότητας ενδέχεται να είναι υπερτιμημένο σε σύγκριση με τον πραγματικό κίνδυνο θανάτου από την COVID-19.

Αναλογία θανάτων ανά πληθυσμό στον κόσμο

Η εκτόξευση του δείκτη θνησιμότητας στη χώρα μας κατά το δεύτερο κύμα, ο οποίος φθάνει το 3,1%, προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανησυχία.

Η κατακόρυφη αύξηση του συγκεκριμένου δείκτη αποδεικνύεται και από το παρακάτω διάγραμμα που δείχνει ότι η Ελλάδα έχει φτάσει πια σε επίπεδα Βελγίου.

Μάλιστα η Ελλάδα έχει σχεδόν διπλάσιο ποσοστό θνησιμότητας σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως την Γαλλία, την Ιταλία και τη Βρετανία.

Τρεις θανάτοι στα 1.000 κρούσματα – Σύγκριση με άλλες χώρες

Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του in.gr,  στο διάστημα 15 Οκτωβρίου έως 3 Δεκεμβρίου, η χώρα μας κατέγραψε 100.587 κρούσματα και 3.143 θανάτους κάτι που σημαίνει μία αναλογία 31 θανάτων ανά 1000 κρούσματα (3,1 νεκροί σε 100 διαγνώσεις) που είναι ένας από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη.

Στην Ισπανία αυτός ο αριθμός είναι 17 στους 1000 φορείς, στη Γαλλία 17, στην Ιταλία 19 και στη Μ. Βρετανία 18. Κάτι που αποδίδεται στην ενδοοικογενειακή επιμόλυνση ηλικιωμένων ατόμων που μένουν με συγγενείς τους, στην επιβάρυνση του συστήματος υγείας παρά τις προσπάθειες ιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού και σε άλλους λόγους.

Είναι ενδεικτικό ότι η Γερμανία καταμετρά το ίδιο χρονικό διάστημα 989.667 κρούσματα με 12.596 νεκρούς, δηλαδή περίπου 1,5% θνησιμότητα σε σχέση με τα κρούσματα.

Το Βέλγιο, που είχε επίσης τεράστιο αριθμό κρουσμάτων αυτή την χρονική περίοδο (424.455) έχει θρηνήσει 7.624 νεκρούς σε μία αναλογία 18 θανάτων ανά 1000 κρούσματα. Η αναλογία αυτή στην Πορτογαλία είναι 12 νεκροί σε 1000 φορείς.

Πού οφείλεται η αύξηση του δείκτη θνησιμότητας

Το θλιβερό ρεκόρ στον δείκτη θνησιμότητας προκαλεί τρόμο αλλά και πολλά ερωτηματικά, αναθερμαίνοντας τη συζήτηση για μεγάλη υποδιάγνωση των κρουσμάτων, λόγω των λίγων τεστ που πραγματοποιούνται, καθώς και για μη έγκαιρη και ολοκληρωμένη θεραπεία λόγω της πίεσης που ασκείται στο ΕΣΥ και φυσικά των έντονων ελλείψεων, κυρίως στα νοσοκομεία της Περιφέρειας.

Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με την απουσία οργανωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας εξηγούν σε μεγάλο βαθμό -σύμφωνα με ειδικούς- την αρνητική εξέλιξη στον δείκτη θνησιμότητας.

Παρατήρηση που έχει ενδιαφέρον κάνει το iatronet.gr επισημαίνοντας ότι δεν προκύπτει ότι ο αυξημένος δείκτης θνησιμότητας συνδέεται τουλάχιστον ισχυρά με το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια από τις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης.

Όπως προσθέτει, συγκρίνοντας τις χώρες που έχουν υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, δεν προκύπτει ισχυρή συσχέτιση των δύο παραγόντων, καθώς χώρες με νεανικό πληθυσμό όπως η Βόρεια Μακεδονία, η Ρουμανία και η Πολωνία φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις της θνησιμότητας, αντίθετα με χώρες γερασμένες, όπως η Γερμανία και η Πορτογαλία ή και το Βέλγιο (το οποίο έχει κατηγορηθεί από τη Διεθνή Αμνηστία ότι αδιαφόρησε για τις δομές ηλικιωμένων) που βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερες θέσεις στην κατάταξη.

Αντίθετα, σημειώνει, πολύ ισχυρή συσχέτιση εμφανίζει ο υψηλός δείκτης θνησιμότητας επί των κρουσμάτων με τη συγκριτική κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών με βάση τα διαγνωστικά τεστ που πραγματοποιούν.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από