Το ακούσαμε σε πρόσφατες προεκλογικές εκδηλώσεις τόσο της Φώφης Γεννηματά όσο και του Αλέξη Τσίπρα. Το ακούμε στο εξωτερικό ως μουσική υπόκρουση σε εκδηλώσεις μιας μεγάλης γκάμας κομμάτων, το ακούμε και στα μπαρ - το «Bella Ciao», ο αντιφασιστικός ύμνος των ιταλών παρτιζάνων, έχει φθάσει σήμερα να χρησιμοποιείται ακόμα και από λαϊκιστικά και ξενοφοβικά κόμματα. Η μελωδία του γνωστή και ξεσηκωτική έρχεται από τις αρχές του 20ού αιώνα και ίσως και παλαιότερα. Ενα παραδοσιακό τραγούδι - που έγινε σύμβολο αντίστασης γυναικών, που πέρασε στα χείλη ανταρτών, που τραγουδήθηκε στα γήπεδα παραλλαγμένο, χορεύτηκε στα μπαρ παραλιακών μαγαζιών και τώρα γίνεται υπόκρουση προεκλογικών αγώνων. Τι έχουν πάθει όλοι και τραγουδάνε το «Bella Ciao»;

Θα μας βοηθήσει ο Φάουστο Τζιοβανάρντι, ιταλός μηχανικός που βρέθηκε το καλοκαίρι του 2006 ως τουρίστας στο Παρίσι. Μπαίνοντας σε δισκοπωλείο του Καρτιέ Λατέν είδε ένα CD με τίτλο «Κλέζμερ - εβραϊκή μουσική» - ήταν 20 κομμάτια παιγμένα από διάφορες ορχήστρες. Επειτα από λίγες εβδομάδες το άκουγε μέσα στο αυτοκίνητό του και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως ήταν η μουσική του πασίγνωστου «Bella Ciao», γνωστού ως το τραγούδι των ιταλών παρτιζάνων. Εψαξε τα στοιχεία: «Κόιλεν» έγραφε. «Από τον Μίσκα Ζιγκανόφ, 1919».

Ας πάμε στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που στην Οδησσό η εβραϊκή κοινότητα ακολουθούσε τη μουσική παράδοση κλέζμερ. Ο καθηγητής Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Μάρτιν Σβαρτζ θεωρεί πως η μελωδία του Κόιλεν έχει ξεκάθαρα ρωσικό ήχο και μάλλον πρέπει να ήταν ένα παραδοσιακό «γίντις» τραγούδι. Στη Βρετανική Βιβλιοθήκη ο Μίσκα Ζιγκανόφ αναφέρεται ως Εβραίος από την Ανατολική Ευρώπη, πιθανώς τη Ρωσία, και το τραγούδι του Κόιλεν ως η εκδοχή του τραγουδιού των Ασκενάζι «Dus Zekele Koilen» (ένα σακί με κάρβουνα). Υπάρχουν τουλάχιστον δύο παλιές ηχογραφήσεις - του Αμπρααμ Μόσκοβιτς το 1921 και του Μόρις Γκόλντσταϊν το 1922 -, αλλά η πρώτη ήταν από τον Μίσκα Ζιγκανόφ τον Οκτώβριο του 1919 στη Νέα Υόρκη.

Ο Μίσκα φαίνεται από το επίθετό του ότι ήταν Τσιγγάνος. Οπως έγινε γνωστό, ήταν ένας χριστιανός τσιγγάνος ακορντεονίστας που γεννήθηκε στην Οδησσό και κάποια στιγμή μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη και άνοιξε εστιατόριο, ενώ εργαζόταν και ως μουσικός της κλέζμερ - της μουσικής παράδοσης των Ασκενάζι. Θα χρειαστεί να περάσουν δύο δεκαετίες και άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος για να γίνει το «Bella Ciao» ο «ύμνος» της ιταλικής αντίστασης.

«Βέβαια, το "Bella Ciao" το τραγουδούσαν και πριν από το 1945 στην Ιταλία» εξηγεί ο Λουτσιάνο Γκρανόζι, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κατάνια. Προφανώς κάποιος ιταλός μετανάστης έφερε μαζί του εκείνο το δισκάκι της πρώτης ηχογράφησης επιστρέφοντας από τις ΗΠΑ και η μελωδία εξαπλώθηκε στην Ιταλία. Αρχικά στη Μόντενα και γύρω από την Μπολόνια. Το τραγουδούσαν οι γυναίκες που εργάζονταν στους ορυζώνες της Νοβάρα, εκφράζοντας τον πόνο τους για τα σκληρά αφεντικά και την ακόμα πιο σκληρή δουλειά στους αγρούς. Alla mattina appena alzata - περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονταν οι γυναίκες στους ορυζώνες της επαρχίας Terre d' Acqua, κοντά στην Μπολόνια. Μια κραυγή απέναντι στα αφεντικά, τα οποία «μ' ένα ραβδί στο χέρι» παρακολουθούν τις εργάτριες να δουλεύουν ακατάπαυστα κάτω από τον καυτό ήλιο. Η μέρα της ελευθερίας όμως, τραγουδάνε, πλησιάζει.

Οταν ξεκινάει η ιταλική αντίσταση, το τραγούδι που αγαπούσαν οι παρτιζάνοι είχε τίτλο «Σφυρίγματα στον άνεμο». Ομως θεωρούνταν πολύ «κομμουνιστικό» καθώς ήταν γραμμένο πάνω στη μουσική του πασίγνωστου σοβιετικού τραγουδιού του 1938 «Κατιούσα». Αλλωστε και τα λόγια δεν άφηναν περιθώριο: «Ο άνεμος σφυρίζει / μαίνεται η καταιγίδα / κατέκτησε την κόκκινη άνοιξη / όπου υψώνεται ο ήλιος του μέλλοντος». Και τότε εμφανίζεται το «Bella Ciao» με στίχους που μιλούν για εισβολείς και αντάρτες. Ηταν ένα τραγούδι αποδεκτό από όλους - από τα κόμματα έως τις ένοπλες δυνάμεις. Αυτήν τη «νίκη» του «Bella Ciao» την έχει μελετήσει εκτενώς ο Τσέζαρε Μπερμάνι, συγγραφέας ενός πρωτοποριακού έργου για το κοινωνικό τραγούδι στην Ιταλία, που έκανε λόγο για την «εφεύρεση μιας παράδοσης».

Και τότε ήρθε η φωνή της Τζιοβάνα Νταφίνι για να καθαγιάσει τα πάντα. Ηταν «η φωνή της αγροτιάς» που στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο του εθνομουσικολόγου Ρομπέρτο Λεϊντί και τραγούδησε μια εκδοχή του «Bella Ciao» όπου δεν γινόταν αναφορά σε εισβολείς και αντάρτες αλλά σε μια σκληρή μέρα δουλειάς στους ορυζώνες. Είπε ότι το είχε μάθει στο Βερτσέλι και τη Νοβάρα και ήξερε ότι το σιγομουρμούριζαν οι εργάτριες πολύ πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. «Το πρωί, μόλις σηκωθούμε / εκεί πέρα στους ορυζώνες πρέπει να πάμε» έλεγαν οι στίχοι. Οι ερευνητές σχεδόν δεν το πίστευαν, λέει ο καθηγητής Γκρανόζι. Είχαν βρει τη σύνδεση μεταξύ ενός ύμνου για τον αγώνα, μιας έκφρασης της αντιφασιστικής συνείδησης και ενός παλαιότερου τραγουδιού που ερχόταν από την αγροτιά, πριν από τον πόλεμο.

Οι αντάρτες

Πέρασε κι ο πόλεμος, πέρασε και η αντίσταση, οι αντάρτες παρέδωσαν τα όπλα τους και το «Bella Ciao» συνέχισε να τραγουδιέται πέρα και από τα σύνορα της Ιταλίας. Γνώρισε πολλές βερσιόν και προσαρμόστηκε σε πολλές συνθήκες. Το 2013 το τραγούδι ακούστηκε στις μεγάλες διαδηλώσεις της πλατείας Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη όταν οι αστυνομικές δυνάμεις διέλυσαν βίαια τους συγκεντρωμένους που αντιδρούσαν στην καταστροφή του πάρκου Γκεζί και στη μετατροπή του σε εμπορικό κέντρο.

Χωρίς να έχει ξεχαστεί ουσιαστικά ποτέ, γίνεται γνωστό στη νέα γενιά μέσα από μια ισπανική τηλεοπτική σειρά, το «Casa de Papel». Ο Professor, ο εγκέφαλος μιας ληστείας στο Νομισματοκοπείο της Μαδρίτης, το τραγουδά δίνοντας μια ταξική διάσταση στο θέμα, με τους χαρακτήρες να έρχονται αντιμέτωποι με ένα σάπιο σύστημα. Η σειρά ξεκίνησε να παίζεται στα τέλη του 2017 και το τραγούδι σύντομα βρέθηκε στα χείλη πολλών.

Τον Απρίλιο του 2018, στην Πορτογαλία, οι οπαδοί της Πόρτο τραγούδησαν μια διασκευή έπειτα από τη νίκη της ομάδας τους επί της Μπενφίκα, με τους στίχους να λένε «Penta Xau» (αντίο πέμπτο). Χλεύασαν έτσι τις ελπίδες των αντιπάλων τους να κερδίσουν για πέμπτη συνεχόμενη φορά το πορτογαλικό πρωτάθλημα. Το τραγούδι πέρασε και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και προσαρμόστηκε από βραζιλιάνους οπαδούς στη διάρκεια του περσινού Μουντιάλ για να κοροϊδέψουν την αποστολή της Αργεντινής και το ενδεχόμενο αποκλεισμού της από τον πρώτο γύρο, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2018 στην Ιταλία, οι οπαδοί του Ματέο Σαλβίνι χρησιμοποίησαν μια άλλη βερσιόν του «Bella Ciao» στη διάρκεια πολιτικών εκδηλώσεων, γεγονός που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Το τραγούδι που κάποτε ήταν αντιφασιστικός ύμνος έγινε εγκώμιο της ξενοφοβίας από τη Λέγκα.

Το καλοκαίρι του 2018 οι DJ Hardwell και Maddix πήραν το επαναστατικό τραγούδι και του έδωσαν χορευτικό ρυθμό - το «Bella Ciao» ανέβηκε στα μουσικά charts και χορεύτηκε από ημίγυμνους νέους σε παραλίες και beach bars, με τους περισσότερους εξ αυτών να μην έχουν ακούσει ποτέ ούτε για τον Μίσκα Ζιγκανόφ ούτε για τους ορυζώνες της Νοβάρα ούτε για τους ιταλούς παρτιζάνους.

 

Αντίο, όμορφη!

Ενα πρωί ξύπνησα
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ένα πρωί ξύπνησα και βρήκα τον εισβολέα.
Ω! αντάρτη πάρε με μακριά
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ω! αντάρτη πάρε με μακριά γιατί αισθάνομαι ότι θα πεθάνω
Και αν πεθάνω σαν αντάρτης
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και αν πεθάνω σαν αντάρτης, εσύ πρέπει να με θάψεις
Να με θάψεις εκεί, στο βουνό
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
να με θάψεις εκεί στο βουνό
κάτω από τη σκιά ενός υπέροχου λουλουδιού
Και οι άνθρωποι που θα περνούν
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και οι άνθρωποι που θα περνούν
θα λένε «ω! τι όμορφο λουλούδι!»
Αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
που πέθανε για τη λευτεριά μας