Στην κωμωδία του Τζέι Ρόατς Πεθερικά της συμφοράς (Meet the Fockers, 2004) ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, ως μονόχνωτος κι ελαφρώς παρανοϊκός πρώην πράκτορας της CIA, συναντάει τους γονείς του γαμπρού του, ένα ζευγάρι πρώην χίπηδων, ερμηνευμένο σπαρταριστά από τον Ντάστιν Χόφμαν και την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Σε μία από τις πολλές επεισοδιακές σκηνές (τη μεταφέρω εκ μνήμης) ο Ντε Νίρο εξετάζει σχολαστικά μια σειρά από φωτογραφίες του γαμπρού του, κορνιζαρισμένες στον τοίχο, καθώς ο τελευταίος επιδίδεται σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες. Κάτω από κάθε φωτογραφία υπάρχει και η αντίστοιχη επεξηγηματική διθυραμβική λεζάντα των γονιών του: «53ος στον Μαραθώνιο της Βοστώνης», «17ος στο άλμα επί κοντώ», «34ος στη σφυροβολία» κ.ο.κ. «Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου πιο υπερτιμημένο άτομο» σχολιάζει δύσθυμα ο Ντε Νίρο.
Ισως ο συνειρμός να αδικεί τις επιδόσεις του Αλέξη Τσίπρα – αλλά όχι και πολύ. Ολη αυτή η παραφιλολογία με τη γραβάτα – πότε θα τη φορέσει, αν θα τη φορέσει ποτέ – δεν ήταν εκ μέρους του Πρωθυπουργού μας μονάχα μια σπονδή στη νεοελληνική ελαφρότητα, ούτε εκδήλωνε μονάχα τη ζοφερή πεποίθησή του ότι οι φανατικοί ψηφοφόροι του δεν είναι κατά βάθος παρά ένας εσμός από ιδεοληπτικούς σαχλαμπούχλες. Εάν αποτίσει κάποτε φόρο τιμής στο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του 2014, στο αρματαγωγό που τον έφερε στην εξουσία, εάν θυμηθεί πού ακριβώς έθετε εκείνο το Πρόγραμμα τον πήχη, όχι μόνο γραβάτα δεν πρέπει να ξαναβάλει στη ζωή του, αλλά να κυκλοφορεί διαρκώς με τις πιτζάμες – για να μην πούμε τίποτε πιο kinky.
Προφανώς, τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για τον κυβερνητικό του εταίρο. Με μια αξιοσημείωτη διαφορά. Ο Πάνος Καμμένος, θέλεις από ανεπτυγμένη πολιτική διαίσθηση (χλωμό το βλέπω), θέλεις από οξυμμένο ένστικτο πολιτικής διαστροφής (πιο πιθανό), έχει δεσμευτεί on camera λεπτομερώς και ad hoc – από τη σύνθετη ονομασία στο Μακεδονικό έως την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους – να μην κάνει όσα κάνει, λες και κάποιος πολιτικός του αντίπαλος τον υπνώτισε και κατόπιν τον πίεσε φορτικά: «Βιντεοσκόπησέ τα καλύτερα, μην τα ψάχνουμε στα αρχεία των εφημερίδων». Πίσω από όλα αυτά τα ευτράπελα ουρλιάζει ο ίδιος πάντα πολιτικός ωχαδερφισμός: «Ποιος τα θυμάται βρε καημένε;». Εξαιρετικό μάθημα κοινοβουλευτισμού, ιδίως αν σκοπεύεις να καλοκαρδίσεις όσους προτίθενται να τον καταλύσουν. Με ιδιόχειρη αφιέρωση: «Στη Χρυσή Αυγή με αγάπη».
Εχουμε κάποια ένδειξη ότι αυτή η υπερβολική δόση λωτοφαγίας δεν είναι ένα απλό ιδιωτικό καπρίτσιο των διδύμων στο Μαξίμου, αλλά μια συντονισμένη κυβερνητική τακτική διαρκείας; Εχουμε. Δεν πέρασε απαρατήρητη προ ημερών η προτροπή της «Αυγής» προς τον βουλευτή του Ποταμιού Γρηγόρη Ψαριανό, εκεί που θα πάει τώρα (λέγε με Νέα Δημοκρατία, χρυσό μου), να μεταφέρει τα χαιρετίσματά της στον Δημήτρη Καμμένο. Τα αισθήματα της «Αυγής» για τον Ψαριανό είναι γνωστά – κι εν πολλοίς αμοιβαία. Η δίκη προθέσεων, από την άλλη -ποιος θα πάει πού – συνάδει μάλλον με το «αυριανό» της ήθος παρά με το δημοσιογραφικό της δαιμόνιο. Εντυπωσιάζουν ωστόσο τα χαιρετίσματα στον Δημήτρη Καμμένο. Οχι απλώς έναν μέχρι πρότινος κυβερνητικό βουλευτή, αλλά και από τους σκερτσόζους. Απειλούσε την κυβέρνηση ότι θα την γκρεμίσει, έτσι και δεν ανεχτεί το εκάστοτε ακροδεξιό του παραλήρημα. Guess what? Επί τρία χρόνια και πέντε μήνες η κυβέρνηση έκανε μόκο. Η «Αυγή» επίσης. Θυμήθηκε τα φρονήματα του κυρίου μονάχα όταν διαγράφηκε από το κόμμα του – και η επιλεκτική μνήμη της δεν συμπεριέλαβε όσους παραμένουν στο κόμμα του (και στην κυβέρνηση). Δεν το συζητώ. Περνούν ωραία στη Χώρα των Λωτοφάγων. Ζωή και κότα.