Ειλικρινά αναζητώ και εγώ την απάντηση στο «γιατί κατηγορούμαι». Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι η εμπλοκή μου στην υπόθεση εντάσσεται και εξυπηρετεί το σχέδιο της κυβέρνησης να ενοχοποιήσει με κάθε τρόπο τους πολιτικούς της αντιπάλους. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να ερμηνεύσω αυτή την απίστευτη για μένα εξέλιξη, όταν είναι γνωστό ότι ο υπουργός Εργασίας δεν έχει αρμοδιότητα για τίποτα από αυτά που θα ενδιέφεραν μια φαρμακευτική εταιρεία, όπως η τιμολόγηση φαρμάκων ή η ένταξη ή μη στη λίστα; Το μόνο που ισχυρίζεται ένας «προστατευόμενος» μάρτυρας είναι ότι στον προγραμματισμό της εταιρείας ήταν να χρηματίσει 12 κυβερνητικούς αξιωματούχους μεταξύ των οποίων κι εμένα. Πρόκειται για μια εντελώς γελοία μαρτυρία με την οποία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η παραμικρή κατηγορία εις βάρος μου, και όμως, με τις κυβερνητικές πρακτικές σπιλώνομαι εντελώς αναίτια, χωρίς να έχω δώσει το παραμικρό δικαίωμα.   
Οταν μια κυβέρνηση θέλει πραγματικά να διερευνήσει ένα σκάνδαλο που είναι υπαρκτό και μάλιστα διαχρονικό, οι έρευνες δεν μπορούν να γίνονται επιλεκτικά για πρόσωπα και περιόδους. Φαίνεται όμως μέσα από τις κυβερνητικές πρακτικές ότι στόχος δεν είναι η ουσία, αλλά η αξιοποίηση του σκανδάλου για τη στοχοποίηση των πολιτικών αντιπάλων. Είναι φανερό ότι η διαδικασία που επελέγη ήταν ενταγμένη σε μια πρακτική επικοινωνιακή. Ηταν συνέχεια όσων προηγήθηκαν με δηλώσεις με ευθεία στοχοποίηση δύο πρώην πρωθυπουργών και οκτώ πρώην υπουργών. Αυτό εξυπηρετούσε και η διαδικασία με τις 10 κάλπες, ενώ η ψηφοφορία θα μπορούσε να διεξαχθεί με μοναδικό ερώτημα για σύσταση ή μη της Προανακριτικής Επιτροπής.
Είμαι σε θέση να γνωρίζω τις πιέσεις που ασκήθηκαν στην κυβέρνηση στον ασφαλιστικό τομέα. Ιδιες πιέσεις είχαν ασκηθεί και σε μας από το 2010 και μάλιστα σε ένα περιβάλλον πολύ πιο δύσκολο. Οταν τα πρωτογενή ελλείμματα ήταν 24 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Οταν θα έπρεπε να μας δανείσουν για να εξασφαλίσουμε την καταβολή των συντάξεων. Το μεγάλο λάθος θεωρώ ήταν ότι η κυβέρνηση το 2015 αρνήθηκε να εφαρμόσει το νομοθετικό πλαίσιο όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε και άνοιξε εκ νέου το Ασφαλιστικό από μηδενική βάση. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν τα πράγματα σε  ακραίες ρυθμίσεις, όπως την κατάργηση του  ΕΚΑΣ, τις σημαντικές μειώσεις στις συντάξεις χηρείας και αναπηρίας και στο σύνολο των συντάξεων και εν τέλει να ψηφιστούν και να εφαρμοστούν όλα όσα μπορέσαμε να αποτρέψουμε τα προηγούμενα χρόνια.
Ας μιλήσουμε για τους νόμους της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει ένα κοινό σημείο στους δύο βασικούς ασφαλιστικούς νόμους και αυτό είναι η δομή της κύριας σύνταξης,  όπου και στις δύο περιπτώσεις έχει εφαρμοστεί η εθνική και η ανταποδοτική σύνταξη. Ωστόσο, η διαφορά και σε αυτό το σημείο είναι μεγάλη σε ό,τι αφορά το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, το οποίο  ήταν πολύ  υψηλότερο με βάση τον νόμο 3863 του 2010. Πρόκειται για τον νόμο που είχε επικριθεί δριμύτατα από τον ΣΥΡΙΖΑ τότε και μέχρι το 2015. Για να ψηφιστεί τελικά ο νέος νόμος 4387 του 2016 και οι συντάξεις να μειώνονται κατά 20% επιπλέον. Αυτή είναι η αλήθεια.
Το μέλλον του συνταξιούχου ειδικά στην Ελλάδα εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το μέλλον του εργαζόμενου. Σε μια χώρα με ανάπτυξη, με μείωση της ανεργίας, με βελτίωση των εισοδημάτων, με πολιτικές αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος, ο συνταξιούχος μπορεί να αισθάνεται ασφαλής. Αντίθετα σε μια χώρα που οι νέοι μεταναστεύουν και δεν αντιμετωπίζονται τα σοβαρά προβλήματα της πραγματικής οικονομίας, το μόνο που μπορεί να περιμένει δυστυχώς ένας συνταξιούχος είναι την επόμενη μείωση του εισοδήματός του.
Πιστεύω ότι το Ασφαλιστικό είναι από τα θέματα που απαιτούν εθνική συνεννόηση. Καμιά κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να δώσει λύσεις ουσιαστικές και βιώσιμες εάν δεν υπάρξει μια ευρύτερη συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Και καμιά λύση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη για το Ασφαλιστικό σε μια παραπαίουσα οικονομία. Ειδικότερα σε σχέση με το ασφαλιστικό νομοθετικό πλαίσιο επιβάλλεται να γίνουν άμεσα αλλαγές για τις ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τα 600 ευρώ τον μήνα, να ενισχύσουμε την ανταποδοτικότητα των συντάξεων σε σχέση με τις εισφορές, να προχωρήσουμε άμεσα στις αναγκαίες βελτιώσεις για την ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα του κεφαλαιοποιητικού με τα επαγγελματικά ταμεία και να θεραπεύσουμε ακραίες αδικίες που οδηγούν σε συντάξεις βοηθήματα των 200 ευρώ.  
Μπορεί και πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα δυναμική στον συγκεκριμένο κρίσιμο για την πορεία της χώρας πολιτικό χώρο, αυτόν της Κεντροαριστεράς. Προαπαιτούμενα είναι  οι καθαρές και συγκεκριμένες θέσεις, η συνεχής παρουσία κοντά στους πολίτες και στα προβλήματά τους και η διασφάλιση μιας δημοκρατικής και θεσμικής λειτουργίας του φορέα με εγκατάλειψη προσωπικών στρατηγικών και επιδιώξεων.
Αν κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν ακόμη και στο πρόσφατο, θα διαπιστώσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ έκανε πολλές φορές την αυτοκριτική του και προχώρησε σε αλλαγές για να διορθώσει λάθη που έγιναν στη μακρόχρονη πορεία του. Εκείνο όμως που δεν έκανε αρκούντως είναι να υπερασπιστεί παράλληλα το μεγάλο του έργο.