Ο θάνατος του Μισέλ Ντεόν τις ημέρες των Χριστουγέννων, σε ηλικία 97 ετών, συγκίνησε τον λογοτεχνικό κόσμο της Γαλλίας, γιατί έφυγε από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της. Γεννημένος στο Παρίσι το 1919, ο Ντεόν σπούδασε νομικά και εργαζόταν ως δημοσιογράφος, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ένιωσε να τον τραβά αποκλειστικά η λογοτεχνία. Οι γερές γυμνασιακές του σπουδές, που γέννησαν την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, και η μελέτη των αρχαίων συγγραφέων τον οδήγησαν στην Ελλάδα με την επιθυμία να μελετήσει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ετσι αναπτύχθηκαν τα φιλελληνικά του αισθήματα, με τη νεότερη έννοια του όρου, εκείνη την οποία επέβαλλαν τα μεταβυρωνικά αισθήματα για την Ελλάδα των Χένρι Μίλερ και Λόρενς Ντάρελ, και ενίσχυε το «νεοελληνικό» αίσθημα άλλων συγγραφέων, όπως οι Τζον Φάουλς, Πάτρικ Λι Φέρμορ, Εντμουντ Κίλι, Ζακ Λακαριέρ. Συγγραφέων που συνδέθηκαν με τον ελληνικό χώρο όχι μόνο όπως οι φιλέλληνες του παρελθόντος, από θαυμασμό για την αρχαία του κληρονομιά, αλλά κυρίως από ένα αίσθημα αγάπης για τη σύγχρονή τους Ελλάδα, για το φυσικό της τοπίο και τους ανθρώπους της, η ζωή των οποίων ένιωθαν να βρίσκεται πολύ κοντά στις διαστάσεις του ανθρώπου απ’ ό,τι η ζωή των ανθρώπων της πατρίδας τους.

Οπως ο Τζον Φάουλς, που είχε ζήσει στις Σπέτσες κατά τη δεκαετία του 1950, εμπειρία που του ενέπνευσε τον Μάγο, το αριστουργηματικό μυθιστόρημά του, που η δράση του εκτυλίσσεται στο μαγευτικό περιβάλλον αυτού του νησιού, έτσι και ο Ντεόν εγκαταστάθηκε στις Σπέτσες το 1963, όπου έζησε ώς το 1969, ενώ μετέπειτα δεν έπαψε να επισκέπτεται τη χώρα μας έως πριν από μερικά χρόνια. Καρπός της ελληνικής εμπειρίας του ήταν τρία από τα πεζογραφήματά του: το ημερολογιακής μορφής αφήγημα Μπαλκόνι των Σπετσών (1961), το ταξιδιωτικό Η συνάντηση της Πάτμου (1971) και το οδυνηρά νοσταλγικό Πάλι πίσω, στις Σπέτσες (1988) που εκδόθηκαν και σε ελληνική μετάφραση όλα μαζί με τον τίτλο Ελληνικές Σελίδες το 2000 (Εκδόσεις Χατζηνικολή).

Η εικόνα της Ελλάδας

Τα χρόνια της ζωής του Ντεόν στις Σπέτσες, όπως περιγράφονται από τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή στο Μπαλκόνι των Σπετσών, ήταν από τα πιο ευτυχισμένα του. Ο αφηγητής, που είναι συγγραφέας, ζει στο μαγευτικό, της δεκαετίας του 1960, περιβάλλον του νησιού, έντονες στιγμές ευδαιμονίας, συμμετέχει στα διαδραματιζόμενα σε αυτό με όλες του τις αισθήσεις. Απολαμβάνοντας τη μοναδική ομορφιά του φυσικού τοπίου βλέπει «στο λεπτό φως της Ελλάδας μια μεταφορά της ευτυχίας σε εικόνα: αναπνέεις καλά, η καρδιά δεν είναι βαριά, είσαι ευτυχισμένος που ζεις». Σ’ αυτό το νησί, γράφει, «βρήκα το ακριβές μέτρο της διαίσθησής μου. Σκίρτησε η καρδιά μου, όταν το είδα σήμερα το πρωί. Ολα τα άλλα σβήστηκαν. Το Παρίσι δεν ήταν πια παρά ένας αντικατοπτρισμός του οποίου, ξαφνικά, είχα δει την απατηλή ματαιότητα». Πρόκειται για μια αποκαλυπτική διαδικασία μεταμόρφωσης, που θα σφραγίσει τη μετέπειτα συγγραφική πορεία του Ντεόν. Με το αφήγημα αυτό αρχίζει ουσιαστικά η γονιμότερη περίοδος του έργου του, αφού μετά από αυτό θα γραφούν τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, χάρη στα οποία εξελέγη το 1978 μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και ορισμένα από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά: τα Ενα μωβ ταξί (1985), Τα άγρια άλογα (1989), Η ανάβαση της νύχτας (1994), Ενα ενθύμιο (1995), Η αυλή των μεγάλων (1998), Αριάδνη ή η λησμονιά (1999), Μαντάμ Ροζ (2002, όλα από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή). Το τελευταίο μυθιστόρημά του στη γλώσσα μας είναι Τα χαμένα ημερολόγια του Γκιούλιβερ (Κοχλίας, 2002).

Με τη Συνάντηση στην Πάτμο ο Ντεόν συνεχίζει την κατάθεση της ελληνικής εμπειρίας του με την περιγραφή των αισθημάτων του για τα τοπία των νησιών μας στο φόντο των στοχασμών του και του θαυμασμού του για τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Διαφορετικά όμως θα είναι τα αισθήματά του στο Πάλι πίσω, στις Σπέτσες, όταν επιστρέφοντας στη χώρα μας τα πρώτα χρόνια του ’80 θα αντικρίσει τις μεγάλες αλλαγές που επέφερε ο τουρισμός και η ραγδαία αμερικανοποίηση. Επικρίνοντας την υποχώρηση της οικολογικής συνείδησης στον τόπο μας, ο Ντεόν εκφράζει τώρα το αίσθημα ενός «χαμένου παραδείσου», αποτέλεσμα μιας γενικότερης κατάστασης που επικρατεί και σε άλλες χώρες του κόσμου, οι οποίες χάνουν βαθμιαία την ιδιοπροσωπία τους στο όνομα ενός παράλογου τρόπου ανάπτυξης.

Συνεχής παράδοση

Η Ελλάδα εμφανίζεται και σε άλλα έργα του Ντεόν, είτε με τη μυθική της διάσταση, όπως στο Αριάδνη ή η λησμονιά (Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1999), θεατρικό δράμα μεταμοντέρνου χρώματος (με την απροσδόκητη μετάθεση του Ελπήνορα από τον ομηρικό μύθο στον μύθο του Θησέα), είτε με τη σύγχρονη, όπως στο Μαντάμ Ροζ, όπου ο γάμος της ηρωίδας με έναν πάμπλουτο Ελληνα δίνει την ευκαιρία στον Ντεόν να πραγματοποιήσει μια συγγραφική επιστροφή στα ελληνικά ακρογιάλια, του Ιονίου αυτή τη φορά.

Αλλά και κατά τα τελευταία χρόνια, που ο Ντεόν ζούσε εγκαταστημένος στην Ιρλανδία, δεν είχε πάψει να επισκέπτεται την Ελλάδα, είτε ιδιωτικά, για να δει φίλους, είτε για επισημότερους λόγους. Το 2004 έλαβε μέρος στο Διεθνές Συμπόσιο των Δελφών, το οποίο είχε διοργανώσει το υπουργείο Πολιτισμού με θέμα την «Ελληνική εμπειρία» ξένων συγγραφέων, και παρευρέθηκε στην πρεμιέρα της Αριάδνης του, που παίχτηκε τότε στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». «Οι Ελληνες», κατέληγε στην ομιλία του των Δελφών, «είναι ένα έθνος που διαφύλαξε, συχνά χωρίς να το ξέρει, μια παράδοση που έχει απίστευτα διατηρηθεί διαμέσου των αιώνων». Αυτή την παράδοση θαύμαζε ο Ντεόν, όπως έλεγε και σε μια παλαιότερη συνέντευξή του, το 1998, στα «ΝΕΑ»: «Στο Παρίσι μπορεί να γεννήθηκα, αλλά στην Ελλάδα δόθηκα και άφησα την καρδιά μου. Εζησα την Ελλάδα της μυθολογίας, που καθιστά την αλήθεια της Ιστορίας –με τις απλουστεύσεις και τις παραμορφώσεις της –ψέμα, καθώς μονάχα στην Ελλάδα ο μύθος γίνεται πραγματικότητα και αλήθεια. Εζησα τα χρόνια της αναλλοίωτης διαχρονικότητας και, πάνω απ’ όλα, έζησα την καθημερινή Ελλάδα. Αυτήν που ζει, τρώει και πίνει, τραγουδάει, χορεύει, υποφέρει, και μια μέρα πεθαίνει. Για να ξαναγεννηθεί από τη στάχτη της. Ξανά και ξανά».

Αισιόδοξος τελικά

Ακόμη και ώς το τέλος της ζωής του ο Ντεόν δεν έπαψε να εκδηλώνει την αγάπη του για την Ελλάδα. Τέσσερις μήνες πριν από τον θάνατό του (στο τέλος του περασμένου Αυγούστου), παρά την ηλικία του, μου ζήτησε να τον επισκεφτώ στην Ιρλανδία (τον γνώριζα από την εποχή της διδακτορικής μου διατριβής, ένα μέρος της οποίας πραγματεύεται την εικόνα της Ελλάδας στο έργο του), γιατί ήθελε να μιλήσει για εκείνα τα χρόνια της «ευδαιμονίας» που έζησε στις Σπέτσες, και πόσο καθοριστικά υπήρξαν στη μετέπειτα συγγραφική του πορεία, αλλά να μιλήσει και για τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας. Κατά την μακρά συνέντευξή του, που κατέγραψα με σκοπό να εκδοθεί σε βιβλίο, ο Ντεόν, αφού αναφέρθηκε στα όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο («ζούμε σε ένα τεράστιο χάος»), εξέφρασε την οδύνη του για την Ελλάδα των ημερών μας: «Οι Ελληνες περνούν δύσκολες στιγμές με την οικονομική κρίση. Και ο πρωθυπουργός, που δεν αγαπάει τις γραβάτες, νομίζει πως έτσι γίνεται η επανάσταση».

Ωστόσο δεν φάνηκε να χάνει την αισιοδοξία του. Θαυμαστής των ποιητών μας (του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη, αλλά και του Σολωμού), τελείωσε τη συνέντευξη με έναν στίχο στα ελληνικά. Λέγοντας ότι πιστεύει πως η Ελλάδα θα βγει από την κρίση «και σαν πρώτα ανδρειωμένη».

Info

Τα βιβλία του Μισέλ Ντεόν κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή.

Η Κίρκη Κεφαλέα είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.