Όχι μόνο τέσσερα, αλλά συνολικά 16 κανάλια εθνικής εμβέλειας που θα εκπέμπουν με υψηλή ευκρίνεια (HD), μπορεί να χωρέσει το φάσμα που διαθέτει σήμερα η Ελλάδα.

Αυτό προκύπτει από μελέτη του κ. Μιχάλη Μπλέτσα, επιστήμονα και ερευνητή της Πληροφορικής, και διευθυντή Πληροφορικής στο Media Lab του Massachusetts Institute of Technology (MIT).
Η μελέτη, που υλοποιήθηκε κατόπιν παραγγελίας της Digea Α.Ε., είχε ως αντικείμενό της τον αριθμό και την χωρητικότητα των πολυπλεκτών ψηφιακής τηλεοπτικής εκπομπής.
Ο κ. Μιχάλης Μπλέτσας, που στο παρελθόν έχει διατελέσει και μέλος του Δ.Σ του ΟΤΕ, συγκαταλέγεται στους επιστήμονες με διεθνές κύρος, καθώς διευθύνει ένα από τα πιο σημαντικά ερευνητικά εργαστήρια της υφηλίου, του οποίου η συμβολή στην καινοτομία είναι αποδεδειγμένη και αναγνωρισμένη διεθνώς. Αλλωστε, για τους λόγους αυτούς επιλέχθηκε από την Digea Α.Ε, προκειμένου να εκπονήσει τη συγκεκριμένη μελέτη.
Ειδικότερα, η μελέτη κλήθηκε να απαντήσει σε δύο ερωτήματα σχετικά με την χωρητικότητα του δικτύου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής εκπομπής (DTT), υπό το πρίσμα της μελλοντικής απόδοσης και δεύτερου ψηφιακού μερίσματος
:
1) Ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός πολυπλεκτών εθνικής εμβέλειας και ποιες είναι οι απαραίτητες ενέργειες για την
 μεγιστοποίηση τους.
2) Ποιός είναι ο μέγιστος αριθμός τηλεοπτικών προγραμμάτων υψηλής και απλής ευκρίνειας που μπορεί να μεταφέρει ένας πολυπλέκτης σήμερα, καθώς και με τις επερχόμενες τεχνολογίες εκπομπής DVB-T2 και συμπίεσης HEVC.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, εξετάζοντας την υφιστάμενη κατάσταση καθώς και την διεθνή πρακτική, ο κ. Μπλέτσας υπογραμμίζει ότι ο νέος χάρτης συχνοτήτων θα πρέπει να προβλέπει ένα ελάχιστο αριθμό 6 πολυπλεκτών (διαύλων) ανά μονοσυχνοτικό δίκτυο (SFN). Αυτοί κατανέμονται σε 5 πολυπλέκτες εθνικής εμβέλειας και σε 1 ή 2 περιφερειακής εμβέλειας για την πλειονότητα των μονοσυχνοτικών δικτύων. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, τονίζει ο κ. Μπλέτσας, θα πρέπει να κινηθούν οι προβλεπόμενες από την ITU διαδικασίες καταχώρησης διαύλων σε συνεννόηση με τις γειτονικές χώρες.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ο κ. Μπλέτσας καταλήγει πως σήμερα ένας πολυπλέκτης DVB-T, που εκπέμπει σύμφωνα με τον ισχύοντα χάρτη συχνοτήτων, υποστηρίζει τουλάχιστον 4 προγράμματα υψηλής ευκρίνειας (HD) ή 10 απλής ευκρίνειας (SD).
Ως εκ τούτου, αναφέρει ο κ. Μπλέτσας, στους 4 πολυπλέκτες που διαθέτει σήμερα η DIGEA για την εκπομπή ιδιωτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, μπορούν να χωρέσουν συνολικά 16 προγράμματα υψηλής ευκρίνειας (HD) ή 40 απλής ευκρίνειας (SD).
Μετά την μετάβαση στο πρότυπο εκπομπής DVB-T2 και εφόσον διασφαλιστεί παρόμοια ραδιοκάλυψη, θα υποστηρίζονται τουλάχιστον 6 προγράμματα HD ή 16 προγράμματα SD ανά πολυπλέκτη.
Τέλος, η μετάβαση στην κωδικοποίηση/συμπίεση HEVC θα επιτρέψει την μετάδοση 10 προγραμμάτων HD ανά πολυπλέκτη.
Όπως τονίζει ο κ. Μπλέτσας, «για την εξαγωγή των συμπερασμάτων αυτών, έγιναν συντηρητικές παραδοχές που δεν παρεκκλίνουν από τα σημερινά δεδομένα και πρακτικές και σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλούν τις τεχνολογικές δυνατότητες».
Η Ενωση Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (ΕΙΤΗΣΕΕ) σχολιάζοντας τη μελέτη, σημειώνει ότι «προφανώς  θα έκανε ιδιαίτερη εντύπωση οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση από οποιονδήποτε φορέα σχετικά με την
χωρητικότητα του φάσματος στην Ελλάδα».

Επίσης, η ΕΙΤΗΣΕΕ επισημαίνει «τη σημασία που έχει η σύναψη συμφωνιών με τα όμορα κράτη για το θέμα των συχνοτήτων», προσθέτοντας πως «η οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της πολιτείας ισοδυναμεί με παραχώρηση εθνικών πόρων».

Μπλέτσας κατά Σχολής Φλωρεντίας
Υπενθυμίζεται, ότι από τον περασμένο Φεβρουάριο ο κ. Μπλέτσας, είχε διαπιστώσει σοβαρές τεχνικές ατέλειες στην απόφαση της κυβέρνησης για τη δημοπράτηση των τεσσάρων τηλεοπτικών αδειών πανελλαδικής εμβέλειας.
Μάλιστα,  ο κ. Μπλέτσας είχε αντικρούσει βήμα προς βήμα την μελέτη της Σχολής Ρυθμιστικής της Φλωρεντίας (FSR/EUI), που εκπονήθηκε «κατά παραγγελία της ελληνικής κυβέρνησης και η οποία όριζε σε τέσσερις τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών πανελλαδικής εμβέλειας».
Μεταξύ άλλων, στην παρέμβασή του τότε ο κ. Μπλέτσας, είχε τονίσει:
«…Η μελέτη της Φλωρεντίας επιχείρησε να απαντήσει σε δύο ερωτήματα: Πόσες άδειες πανελλαδικής κάλυψης θα πρέπει να δημοπρατηθούν και σε ποια τιμή εκκίνησης. 
Στο πρώτο ερώτημα, η μελέτη γρήγορα καταλήγει στον αριθμό «4» με επιχειρηματολογία η οποία έχει σοβαρές τεχνικές ατέλειες. 

• Θεωρεί ότι ο καταμερισμός συχνοτήτων εκπομπής της συνθήκης GE06 έχει απόλυτα δεσμευτικό χαρακτήρα όταν η ίδια η συνθήκη περιέχει τη διαδικασία την οποία θα πρέπει να ακολουθούν οι όποιες αποκλίσεις από τον αρχικό καταμερισμό.

• Ενώ ρητά αναφέρει ότι η χωρητικότητα των ήδη εγκατεστημένων πολυπλεκτών στην Ελλάδα είναι 24.88 Mbits/sec, χρησιμοποιεί τα 20 Mbits/sec για τους υπολογισμούς της. 

• Αγνοεί την τεχνική της στατιστικής πολυπλεξίας και χρησιμοποιεί τα 8Mbits/sec ως την ενδεδειγμένη χωρητικότητα για τη μετάδοση ενός προγράμματος υψηλής ευκρίνειας, κάτι που δεν ισχύει εδώ και χρόνια (η αναγκαία ταχύτητα μετάδοσης για μια ροή HD σήμερα είναι πιο κοντά στα 6Mbit/sec και θα γίνει ακόμα μικρότερη στο άμεσο μέλλον με τη χρήση βελτιωμένων τεχνικών κωδικοποίησης). 

• Θεωρεί ότι η συμφωνία GE06 επιβάλλει ένα μέγιστο αριθμό 4 πολυπλεκτών στο φάσμα που θα μείνει μετά την απόδοση της μπάντας των 700MHz στην κινητή ευρυζωνικότητα, ενώ προσεκτικός σχεδιασμός επιτρέπει τουλαχιστον 5 πολυπλέκτες.
Κάνοντας λοιπόν όλες τις παραπάνω, αρκετά αυθαίρετες παραδοχές, η μελέτη καταλήγει στον αριθμό 4 (4 πολυπλέκτες συνολικά, 2 στα κρατικά κανάλια, 2 στα ιδιωτικά με 20Mbps ανά πολυπλέκτη, 8 Mbps για κάθε ροή προγράμματος, άρα 4 συνολικά άδειες). Ο αριθμός 4 φαίνεται ακόμα πιο περίεργος όταν ο πάροχος δικτύου (DIGEA) σήμερα μπορεί να υποστηρίξει τουλάχιστον 12 HD πανελλαδικές ροές προγράμματος. 

Πέρα από την προβληματική τεχνική ανάλυση, η μελέτη αναδεικνύει πολλά έντονα προβλήματα στο ρυθμιστικό τομέα καθώς και την χρόνια έλλειψη σοβαρής τεχνολογικής πολιτικής από την πλευρά του ελληνικού κράτους.

Για παράδειγμα, από τη (σωστή) επισήμανση της μελέτης ότι χρειάζεται ανανέωση του χάρτη συχνοτήτων λείπουν οι ακόλουθες αιτιάσεις:

• Ενώ οι γειτονικές χώρες ακολουθούν εδώ και χρόνια τη διαδικασία κατοχύρωσης αποκλίσεων από το χάρτη συχνοτήτων της GE06, η Ελλάδα δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρωτεία στο συγκεκριμένο τομέα έχει η Ιταλία (η οποία λόγω του μπερλουσκονικού τηλεοπτικού τοπίου έχει μεγάλες ανάγκες σε φάσμα). Επιπλέον δικαιώματα χρήσης διαύλων εκπομπής έχουν κατοχυρώσει μεταξύ άλλων, η Αλβανία και η Βουλγαρία. 
• Οι περισσότερες παρεμβολές στην Ελλάδα είναι στο Ιόνιο προερχόμενες από την Ιταλία. 
• Ο περιορισμός του αριθμού των πολυπλεκτών είναι ενάντια στα συμφέροντα της χώρας στις διαπραγματεύσεις κατοχύρωσης δικαιώματος χρήσης συχνοτήτων, στις οποίες πάντα έχει μεγάλη βαρύτητα το «use it or loose it».

Άλλο μεγάλο πρόβλημα των προδιαγραφών της μελέτης, είναι η μετάβαση σε ροές υψηλής ευκρίνειας. Ενώ στην Ελλάδα κανένα ιδιωτικό κανάλι δεν εκπέμπει σήμερα σε υψηλή ευκρίνεια και ο πρόσφατος νόμος (4339/2015) ούτε προβλέπει τέτοια υποχρέωση, ούτε θέτει χρονοδιάγραμα μετάβασης, η μελέτη υποθέτει εκπομπή υψηλής ευκρίνειας (HD) για τον υπολογισμό του αριθμού των αδειών, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τις τεχνολογικές εξελίξεις που αυξάνουν δραστικά τη χωρητικότητα του δικτύου (DVB-T2) στους υπολογισμούς της… 

Το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στην Ελλάδα είναι ένα καθρέπτης των χειροτέρων χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας. Την κύρια ευθύνη για αυτό φέρει η πολιτεία (ή διαφορετικά η διαχρονική έλλειψη σοβαρής πολιτικής και κατανόησης του αντικειμένου). Η συγκεκριμένη μελέτη δυστυχώς φαίνεται να συμβάλλει στη διαιώνιση του φαινομένου…».