Η ανακοίνωση της ελληνικής αεροπορικής εταιρείας υπενθυμίζει με πίκρα τη συνθήκη: τα γεύματα που περισσεύουν από τις πτήσεις προσφέρονται σε ευπαθείς ομάδες. Το political correct «ευπαθείς» δεν μειώνει το δράμα των ημερών. Ο εγωιστής ελληνικός λαός είναι φτωχός. Για την ακρίβεια, φτωχαίνει μέρα με τη μέρα. Ο μεσαίος -που αποτελεί το καλύτερο μαξιλαράκι της δημοκρατίας - προλεταριοποιείται. Ο τέως προλετάριος ρίχνεται στην αρένα της επισφάλειας. Ο συνταξιούχος - εγγυητής της ομαλής οικογενειακής ζωής των νεοτέρων - μάλλον θα δει μέλλον με κουτσουρεμένες απολαβές. Οι τριανταπεντάρηδες έχουν κάνει το Αθήνα - Κατάρ, Κολιάτσου - Παγκράτι. Και μοιραία όταν μετακινούνται οι τάξεις, μετακινείται και η πολιτική τους εκπροσώπηση.
Σήμερα, για παράδειγμα ο μικροαστός δεν ηγεμονεύει ταξικά και άρα ιδεολογικά. Η αστική τάξη της Ελλάδας μοιάζει με τον «Γκοντό» του Μπέκετ. Και βέβαια αστός δεν είναι κάποιος που περιφέρει κάθιδρος σακούλες απ' το Κολωνάκι σε παρέλαση καταναλωτισμού. Αλλά και η εργατική τάξη με όρους δεκαετίας '70 δεν έχει σχέση με τον παλιό συγκροτημένο και κανονικό εαυτό. Σήμερα, η ηγεμονία ανήκει σε ένα παράξενο κράμα μετα-δημοκρατίας που στο κέντρο του έχει τη νέα φτώχεια. Αυτή η τελευταία συχνά γίνεται αντικείμενο ενός νέου λάιφσταϊλ. Ενός νέου τρόπου. Τα free press για την ακρίβεια - οι μετα-Κωστόπουλοι της εποχής - μοιάζουν τόσο προσαρμοστικά, που εκπέμπουν το νέο μήνυμα του «low budget», τα πέντε μέρη όπου θα πιεις ποτό με λιγότερο από πέντε ευρώ, τα δωρεάν μουσεία, τα θέατρα με τα χαμηλά εισιτήρια. Εδώ ο κυρίαρχος ιδεολογικός ιμάντας των 90s ή των 00s διατηρείται, αλλά χωρίς τη χρυσόσκονη των επιδοτούμενων κοσμικών ή των σαλέ. Εξάλλου, η ευδαιμονία και το απολιτίκ παραμένουν οι πόλοι της νέας δημοσιογραφίας της προστακτικής. Πλάι σε αυτά προστέθηκε την προηγούμενη εβδομάδα η δήλωση του έντεχνου τραγουδοποιού Χρήστου Θηβαίου πως μια πενταμελής οικογένεια μπορεί να φάει πέντε παξιμάδια, τρεις ελιές και μια ντομάτα και πως δεν είναι ανάγκη να τρώει αρνί κάθε μέρα. Μια δήλωση που παρά τη βουκολική της αφέλεια είναι βαθιά πολιτική κι έχει μια εκλεκτική συγγένεια με τη δημοσιογραφία του νεόπτωχου. Γιατί; Μα γιατί απλά βάζει στο κέντρο την προσαρμογή στη νέα φτώχεια. Κανονικοποιεί για την ακρίβεια τη νέα κατάσταση. Εμμέσως την αποδέχεται πολιτικά και κοινωνικά ως αμετάβλητη. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί, αλλά χωρίς την κάποια χαραμάδα αισιοδοξίας που ακόμη και τα 60s είχαν. Η νέα μεταφυσική της φτώχειας αποκτά, φαίνεται, εκτός από τους νέους ρεαλιστές της και τους νέους κήρυκές της. Ξεχνούν πολλοί πως η φτώχεια ιστορικά δεν κανονικοποιείται. Μοιραία εκβάλλει σε κοινωνική σύγκρουση.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από