Τον Αύγουστο του 1977 η μικρή Ειρήνη πηγαίνει να επισκεφθεί τον παππού της στην επαρχία παίρνοντας μαζί της το κλασικό βιβλίο του Ε.Χ. Καρ «Τι είναι ιστορία;». Καθισμένη στο σλίπινγκ μπαγκ της στο κατάστρωμα του πλοίου, αντιγράφει στο σημειωματάριό της από τις σελίδες του βιβλίου: «Ο ιστορικός και τα γεγονότα βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας ανάγκης μεταξύ τους. (…) Συνεπώς, η πρώτη μου απάντηση στο ερώτημα "Τι είναι ιστορία;" είναι αυτή: μια συνεχής διαδικασία αλληλεπίδρασης ανάμεσα στον ιστορικό και στα γεγονότα του, ένας ατέλειωτος διάλογος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν».
Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση πιστεύω πως συνοψίζει ικανοποιητικά τις προθέσεις της συγγραφέως. Η Καστρινάκη γράφει ένα «αφήγημα» για τη Μεταπολίτευση, όπως η ίδια επισημαίνει, μια τρόπον τινά μυθιστορηματική καταγραφή προσωπικών στιγμών και αναμνήσεων που υφάνθηκαν στο τελάρο μιας ιστορικής μετάβασης και μιας κοινωνικής πραγματικότητας που υπήρξε πράγματι ιδιαίτερη.
Στις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης παρακολουθεί τις σημαντικές στιγμές και την ψυχοδιανοητική εξέλιξη της πρωταγωνίστριας, μιας νεαρής κοπέλας, που όπως ξεκαθαρίζεται στον επίλογο του βιβλίου υπήρξε και δεν υπήρξε η συγγραφέας, υπό την έννοια ότι μια σειρά από αληθινά περιστατικά διαπλέκονται με άλλα που αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, αλλά με τρόπο τέτοιο που θα μπορούσαν και να έχουν πράγματι συμβεί. Η Ειρήνη «εκπροσωπεί» τους νεαρούς εφήβους που η μοίρα το 'φερε να βαδίσουν προς την ενηλικίωση σε μια συγκυρία σημαντική. Η πτώση της δικτατορίας το καλοκαίρι του 1974 βρίσκει την Ειρήνη μαθήτρια Γυμνασίου σε «καλό σχολείο». Η πρωταγωνίστρια πολιτικοποιείται, ριζοσπαστικοποιείται και εντάσσεται στο «κίνημα» μέσα από τις οργανώσεις της ανανεωτικής Αριστεράς. Η αφήγησή της επομένως είναι ταυτόχρονα προσωπική και πολιτική, η ίδια εξάλλου αναφέρει πολλές φορές στο βιβλίο της ότι για την ιδεολογία του χώρου της «το προσωπικό υπήρξε και πολιτικό».
Μέσα λοιπόν από την περιπλάνηση στις αναμνήσεις της, ο αναγνώστης βλέπει να ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή, με τα σύμβολα της Αριστεράς να βρίσκονται εκεί: ο αυστηρός ποιητής Αναγνωστάκης, ο Λουντέμης, ο Γκράμσι, η Σεξουαλική επανάσταση του Βίλχελμ Ράιχ. Αλλά και οι πραγματικότητες μιας εποχής με τις αξίες και τα οράματά της: ο γοητευτικός καθοδηγητής, τα πολιτικά φεστιβάλ, το δέος που ένιωθαν για τους συμμετέχοντες στα γεγονότα του Πολυτεχνείου αυτά τα «κουτάβια», όπως αποκαλεί τη γενιά της η συγγραφέας, οι σχεδόν έφηβοι δηλαδή, που το 1973 στο παρά κάτι είχαν χάσει το μεγάλο, το καθοριστικό γεγονός.
Το βιβλίο επομένως θα πρέπει να διαβαστεί σε δύο επίπεδα, τόσο ως λογοτεχνικό κείμενο όσο και ως «μαρτυρία» για την εποχή της Μεταπολίτευσης. Για την τελευταία, οι επιστημονικές προσεγγίσεις που εγγράφονται στον χώρο των ιστορικών σπουδών είναι ακόμη ελάχιστες. Οποια εγχειρήματα ανάλυσης της περιόδου έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα, εκκινούν συνήθως από όμορους της Ιστορίας χώρους, όπως η πολιτική επιστήμη ή η κοινωνιολογία. Σημαίνουσα θέση σε αυτή την (ισχνή ακόμη) παραγωγή εξακολουθεί να κατέχει το βιβλίο του Γιάννη Βούλγαρη Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (1974-1990), όπως και η τρόπον τινά συνέχειά του Η μεταπολιτευτική Ελλάδα (1974-2009), αλλά και η μονογραφία του Σπύρου Σακελλαρόπουλου Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση. Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις (1974-1988). Η απουσία σοβαρών εγχειρημάτων ιστοριογραφικής αποτίμησης της περιόδου της Μεταπολίτευσης υποδεικνύει την απροθυμία πολλών ιστορικών να καταπιαστούν με μια τόσο πρόσφατη περίοδο, για την οποία μάλιστα οι αρχειακές πηγές σπανίως τίθενται στη διάθεση των ερευνητών, με αποτέλεσμα οι όποιες αναφορές να είναι αποσπασματικές και ουσιαστικά υπό τη μορφή νύξης (βλ. π.χ. το βιβλίο του Ντέιβιντ Κλόουζ Ελλάδα (1945-2004). Πολιτική, κοινωνία, οικονομία). Τα τελευταία χρόνια, λόγω και της μεγάλης συζήτησης που έχει ξεκινήσει στη δημόσια σφαίρα με αφορμή την οικονομική κρίση ως προς τα θετικά σημεία και τις αρνητικές πτυχές μιας περιόδου περίπου σαράντα ετών που τείνουμε να χαρακτηρίζουμε αδιαφοροποίητα ως «Μεταπολίτευση», οι προσπάθειες ερευνητικής προσέγγισης και (επαν)αποτίμησης της περιόδου έχουν πολλαπλασιαστεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αφιέρωμα του περιοδικού Αρχειοτάξιο τον Σεπτέμβριο του 2013 στην περίοδο 1974-1981 μέσα από μια πολυπρισματική προσέγγιση εξελίξεων και διεργασιών που έλαβαν χώρα τόσο στο πολιτικό επίπεδο (η αποχουντοποίηση στις Ενοπλες Δυνάμεις π.χ. ή η δυναμική εμφάνιση ακροδεξιών - νεοφασιστικών οργανώσεων) όσο και στο κοινωνικό ή πολιτισμικό (αστικοποίηση, συνδικαλισμός, αλλά και κινηματογράφος, τραγούδι κ.λπ.). Στην ίδια κατεύθυνση αναζητήσεων θα πρέπει να εντάξουμε την έκδοση από την εφημερίδα Αυγή ενός τομιδίου με τίτλο Μεταπολίτευση: σαράντα χρόνια μετά, που περιέχει τα πρακτικά ενδιαφέρουσας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε για τη Μεταπολίτευση τον Οκτώβριο του 2014, την ίδια στιγμή που η περίοδος αυτή, ιδίως η πρώτη (αχαρτογράφητη εν πολλοίς) φάση της (1974-1981), μπαίνει δυναμικά στις προτεραιότητες των νέων ερευνητών (βλ. σχετικά το συνέδριο που διοργάνωσε το περιοδικό Historein τον Δεκέμβριο του 2012, αλλά και τη μονογραφία του Νίκου Παπαδογιάννη Militant around the clock? Youth politics, leisure and sexuality in post-dictatorship Greece, 1974-1981, η οποία καταπιάνεται μάλιστα με ένα ζήτημα άμεσα συνυφασμένο με το αφήγημα της Καστρινάκη, την κατανάλωση δηλαδή προϊόντων του αμερικανικού πολιτισμού από νέους και νέες που οργανώθηκαν στην Αριστερά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο).
Στο πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω, το βιβλίο της Καστρινάκη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα όσα αναφέρονται σε αυτό αποτελούν σημείο εκκίνησης για ένα περαιτέρω κρησάρισμα, τέτοιο που να τα απελευθερώνει από τα λογοτεχνικά τους στολίδια και να τα παντρεύει με τα πολιτικά και κοινωνικά τους συμφραζόμενα. Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη δεν έχει μόνο τα δύο παράθυρα ανάγνωσης που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή το λογοτεχνικό και το ιστορικό. Υπάρχει κι ένα τρίτο, άρρητο εν πολλοίς, το οποίο αφορά τη μνήμη της Μεταπολίτευσης μεταφέροντας το βιβλίο στο επίκεντρο της δημόσιας Ιστορίας. Ως προς τη λειτουργία του αυτή, έχει ήδη ασκηθεί εξ αριστερών κριτική στο εγχείρημα, η οποία και εστιάζει στη διαχείριση των συμβόλων της Μεταπολίτευσης με έναν τρόπο που τα καθιστά ακίνδυνα, μετατρέποντας έτσι την περίοδο σε μια μνημονική Ντίσνεϊλαντ, δεδομένου ότι την αποφορτίζει από τις κοινωνικές και ιδεολογικές συγκρούσεις που κυριάρχησαν και την καθόρισαν (όπως επισημαίνει ο Σ. Σακελλαρόπουλος, ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετείχαν σε απεργίες από το 1976 έως το 1980 αυξήθηκε από περίπου 300.000 σε 1.317.917, ενώ οι συνολικά χαμένες ώρες εργασίας από 6.145.000 σε περίπου 20.495.000).

Προσεγγίσεις
Λουστραρισμένη προσέγγιση της εποχής
Το βιβλίο φαίνεται πράγματι να διακρίνεται από μια λουστραρισμένη προσέγγιση, που ενώ είναι αληθινή ως προς τα γεγονότα που περιγράφει, τους προσδίδει έναν τόνο νοσταλγίας και εξιδανίκευσης ανάκατο με μια girlish γραφή, κάτι πιθανόν αναμενόμενο αν λάβει κανείς υπόψη ότι καταπιάνεται με τον κόσμο μιας έφηβης κοπέλας και όχι με τη σκληρή (και ενίοτε σοκαριστική) πραγματικότητα που ξεχειλίζει, ας πούμε, από τη γραφίδα του Δ. Χαριτόπουλου στο βιβλίο του Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι. Η παραπάνω επισήμανση, ωστόσο, σε τίποτα δεν μειώνει την αξία του βιβλίου. Η Αγγέλα Καστρινάκη, ειλικρινής και εξομολογητική, μπορεί να μην αφηγείται «τη Μεταπολίτευση», όπως κάπως υπερβολικά αναφέρεται στον υπότιτλο του βιβλίου της, ωστόσο καταθέτει μια σημαντική ψηφίδα για την εποχή της, αλλά και (θα τολμούσα να πω) μια μαρτυρία στον ιστορικό του μέλλοντας για το πώς οι σημερινοί fifty-plus, άλλοτε επαναστατημένοι νέοι, προσεγγίζουν το παρελθόν τους και πώς το αποτιμούν.

Ο Κώστας Κατσάπης είναι ιστορικός στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου