Εκτιμούσε την ευθύτητα, πίστευε στη φιλία, αρνιόταν την απραξία. Και μέχρι χθες το πρωί, οπότε σε ηλικία 75 ετών έχασε τη μάχη με τον καρκίνο –λέγεται πως σε κουβέντες με φίλους κατηγορούσε ευθέως το τσιγάρο -, επέμενε στο ζην και στο εργάζεσθαι. Και τα δυο φυσικά μέσα στο θέατρο, «την ίδια του τη ζωή», όπως συνήθιζε να λέει, για την οποία του άρεσε να διηγείται ιστορίες με ακροατήριο άλλοτε φίλους και άλλοτε μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, όπου υπήρξε διευθυντής. «Δεν του άρεσε να κρατάει αποστάσεις» θυμάται η Μαριάννα Κάλμπαρη, καλλιτεχνική διευθύντρια του ιστορικού θεάτρου, την οποία επέλεξε ο ίδιος ο Διαγόρας Χρονόπουλος για να τον διαδεχτεί τον Σεπτέμβριο του 2014. «Εδειχνε όμως πολύ σεβασμό. Και σε ανθρώπους και σε καταστάσεις. Το γραφείο του Κουν στο Υπόγειο δεν το έκανε ποτέ δικό του χώρο. Ούτε στην καρέκλα του έκατσε ποτέ, καθαρά από σεβασμό».
ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ. Το 2004 ανέλαβε διευθυντής του Θεάτρου Τέχνης ύστερα από πρόταση του Γιώργου Λαζάνη και έμεινε στο τιμόνι του για μία δεκαετία. Είτε από την καρέκλα του σκηνοθέτη είτε από διοικητική θέση σε μερικούς από τους σημαντικότερους θεατρικούς οργανισμούς της χώρας, τον ενδιέφερε να ασχολείται με το θέατρο με οποιονδήποτε τρόπο. «Ακόμα και ως σύμβουλος» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2010 με αφορμή την παράσταση «Πλούτος – Πενίας Θρίαμβος» στην Επίδαυρο με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γέρου. «Δεν θέλω ντε και καλά να σκηνοθετώ ή να διοικώ, γιατί μπορεί να μην έχω δυνάμεις. Κάποτε τα παράτησα όλα για το θέατρο: γραφεία παραγωγής σίριαλ, διαφημίσεις και μάλιστα σε περιόδους που μου απέφεραν σημαντικά κέρδη».
Το εγχείρημα ωστόσο του Θεάτρου Tέχνης έκρυβε κινδύνους. Και ενώ το παρέλαβε με χρέη που ξεπερνούσαν τις 500.000 ευρώ, εκείνος κατάφερε να τα μειώσει. Για όσους τον γνώριζαν προσωπικά δεν ήταν μόνο ένας μάνατζερ. Ηταν πρώτα απ’ όλα ένας σοβαρός θεατράνθρωπος, έντιμος, δίκαιος, ανοιχτός σε προκλήσεις και συνεργασίες, που έδινε βήμα σε νέους ανθρώπους στηρίζοντας τις προσπάθειές τους με αίσθημα ευθύνης. Ετσι τον θυμάται και ο Δημήτρης Λιγνάδης που ήταν βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση «Εκάβη / Κύκλωπας» του KΘΒΕ το 2001. Από τη συνεργασία τους θυμάται πως έμαθε την απαραίτητη «λάντζα», αλλά και την ουσία του θεάτρου. Από έναν άνθρωπο «που του άρεσαν τα νυχτοπερπατήματα, οι αταξίες και οι αγκαλιές με φίλους, έναν άνθρωπο που κάποιες φορές τον φοβόταν κιόλας γιατί ήταν απαιτητικός στη δουλειά του». Συχνά του έβαζε και τις φωνές, όχι όμως από κακία. «Το κουσούρι του ήταν ότι άναβε εύκολα. Ως βοηθό του όμως με αντιμετώπιζε πάντα ισότιμα, με πίστευε και με στήριζε, όπως έκανε με όλους τους νέους ανθρώπους».
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΘΒΕ. Ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Δ. Χρονόπουλος φοίτησε στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων (συμμαθητές του μάλιστα ήταν οι Γιάννης Φέρτης και Γιώργος Μιχαλακόπουλος). Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου το 1994 και αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1995 μέχρι το 1997.
Ως σκηνοθέτης «υπηρέτησε» την πρώτη σκηνή της χώρας σε επτά παραστάσεις, μεταξύ των οποίων οι «Εφηβοι» του Γιάννη Χρυσούλη (1984), ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή (1991), η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη (1997) και το «Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» του Παύλου Μάτεσι (2003). Στην τηλεόραση σκηνοθέτησε θεατρικά έργα («Θέατρο της Δευτέρας»), πολιτιστικά ντοκιμαντέρ για την παράδοση και την επίδραση τηςΟρθοδοξίας στα Ιεροσόλυμα και στον ευρύτερο αραβικό χώρο, τις τηλεοπτικές σειρές «Αστροφεγγιά», «Ακριβή μου Σοφία», «Ο ιός του πατέρα», την εκπομπή «Χρόνια δημοκρατίας» με τη Μαρία Ρεζάν, καθώς και τα εβδομαδιαία τηλεοπτικά προγράμματα «Ανοιχτά θέματα», «Σε πρώτο πρόσωπο» και «Προετοιμάζοντας το μέλλον». Από το 1998 έως το 2001, εξάλλου, ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Η πρώτη του σκηνοθεσία, ωστόσο, για το βορειοελλαδίτικο θέατρο ήταν το 1984 στον «Γυάλινο κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς. Την επόμενη τετραετία, διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.
Είχε κάνει δύο γάμους: με την Ελένη Μαβίλη – Φωτοπούλου, με την οποία απέκτησε τις κόρες του Δάφνη και Ελισάβετ (η ταινία της οποίας «Ενα τραγούδι δεν φτάνει» είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του πατέρα της) και με την Ελένη Κούρκουλα. Από μία τρίτη σχέση απέκτησε τη Μαρίνα Χρονοπούλου, που ασχολείται με τη μουσική διδασκαλία στο θέατρο.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.