Θεωρείται γενικότερα αποδεκτό ότι η φορολόγηση ακινήτων στην Ελλάδα είναι αρκετά υψηλή (συγκρινόμενη φυσικά με το ΑΕΠ, που διανύει στη χώρα μας περίοδο υφεσιακών τιμών). Η φορολογία εμφανίζεται με διάφορες μορφές κατά τα διαδοχικά στάδια μεταβολών του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ακινήτων (αγορά, δωρεά, κληρονομιά, πώληση, ψιλή κυριότητα, επικαρπία κ.ά.). Γίνεται δε πιο δυσβάστακτη σε περιόδους κρίσεων και ανεργίας.
Ο ΕΝΦΙΑ, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της πολιτικής ηγεσίας, είχε προφανώς στόχο να απλοποιήσει τη φορολογία ακινήτων, ενσωματώνοντας διάφορες φορολογίες σε έναν ενιαίο φόρο, και να διευρύνει τη φορολογική βάση σε πληθυσμούς που μέχρι σήμερα δεν συμμετείχαν σε αυτή την επιβάρυνση κατοχής και χρήσης ακινήτων. Οι εξαιρέσεις δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από την κοινή γνώμη, όπως δεν έγινε αποδεκτό και το σκεπτικό των προσφάτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εξαιρεί ορισμένες κοινωνικές ομάδες από τις επώδυνες μειώσεις που υφίστανται μισθωτοί και συνταξιούχοι.
Αποτέλεσε λοιπόν ο ΕΝΦΙΑ αιτία διαμαρτυριών και έδωσε αφορμή σε λαϊκιστές αλλά και σοβαρούς δημοσιολόγους να κραυγάζουν, για επικοινωνιακούς ή πολιτικούς λόγους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόσφατη θορυβώδης παρέμβαση βουλευτών της συμπολίτευσης και η απειλή καταψήφισης της τροπολογίας που «εν πάση περιπτώσει» μείωνε έστω και σε μικρό ποσοστό το ποσό της οφειλής, συγκρινόμενο με το προηγούμενο ΕΕΤΗΔΕ («χαράτσι της ΔΕΗ»). Τα ίδια άτομα είχαν ψηφίσει, έστω με επιφυλάξεις, αλλά καλόπιστα τον αρχικό Νόμο 4223/31-12-2013 του ΕΝΦΙΑ και απειλούσαν τώρα με καταψήφιση τη βελτιωτική τροπολογία.
Το θέμα της φορολογίας ακινήτων εντάσσεται στο γενικότερο ζήτημα φορολόγησης της περιουσίας ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Είναι αντικείμενο συζήτησης και διεκδικήσεων σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν μπορεί να προσεγγίζεται με γενικεύσεις και απλουστεύσεις. Απαιτεί σοβαρή μελέτη που πρέπει να λαμβάνει πολλούς παράγοντες υπόψη της (οικονομική κατάσταση και στρατηγική ανάπτυξη μιας χώρας κ.ά.).
Στις περισσότερες χώρες πληρώνουν φόρο κατοχής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο έχει «πρόσοδο». Φυσικά δεν θεωρείται «προοδευτική» η άποψη ότι πρέπει τα ακίνητα αυτά να μην πληρώνουν ΕΝΦΙΑ. Είναι «άκρως συντηρητική», παραπέμποντας σε ιστορικές περιόδους φεουδαλισμού. Πάντως, το θέμα της εκτίμησης της αξίας των ακινήτων διδάσκεται στα ΑΕΙ διεθνώς ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο της «Εκτιμητικής» (Valuation). Εκεί διδάσκουμε διάφορες μεθόδους καθορισμού της «αγοραίας αξίας» (market value), μεταξύ των οποίων και η «μέθοδος προσόδου», αναλόγως της κατηγορίας του ακινήτου.
Θα πρότεινα λοιπόν στους αξιότιμους συναδέλφους Γκ. Χαρδούβελη και Αικ. Σαββαΐδου να σχηματίσουν επιτροπή από πεπειραμένους πιστοποιημένους επιστήμονες εκτιμητές (μια και το ΣΟΕ έχει καταργηθεί), η οποία ανά διετία θα καθορίζει αντικειμενικές αξίες κάθε ακινήτου που είναι υποκείμενο φόρου. Να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια για την ηλεκτρονική επεξεργασία οι σημερινοί αναλυτές, οι οποίοι ελπίζω ότι διδάχθηκαν από τα λάθη τους και, τέλος, να δοθεί ικανός χρόνος στους πολίτες να δηλώσουν τις ενστάσεις τους και να υποχρεωθούν οι κατά τόπους ΔΟΥ να διορθώσουν σε σύντομη προθεσμία και τα λάθη των πολιτών και τα δικά τους λάθη. Το δε δέλεαρ των δόσεων να αντικατασταθεί από έκπτωση για την εφάπαξ καταβολή, διότι σήμερα οι τράπεζες ανταγωνίζονται ποια θα προσφέρει περισσότερες δόσεις στον πελάτη.

Ο Κυριάκος Κ. Παπαϊωάννου είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, τ.  πρόεδρος ΣΟΕ