Οι επιτυχίες στα συλλογικά σπορ και ο τρόπος που βιώνονται από μια κοινωνία είναι διαφωτιστικός καθρέφτης της. Η Ελλάδα από το 1987, που καταγράφεται ο πρώτος εθνικός «άθλος» στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, έχει ζήσει στιγμές που φάνταζαν απλησίαστες πριν από 30 χρόνια. Η προσαρμογή του ελληνικού αθλητισμού στα διεθνή πρότυπα υπήρξε εντυπωσιακή, το ίδιο σημαντική με τον συγχρωτισμό της ελληνικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο πολιτισμό της υπερκατανάλωσης και του θεάματος.  Η προσαρμογή αυτή ποτέ δεν υπήρξε πλήρης, ειδικά στα ποδοσφαιρικά πράγματα, όπου διατηρείται ισχυρή η αρχαϊκή ιδιομορφία (διαφθορά, βία), σε σύμπλευση βέβαια με τη ραγδαία εμπορευματοποίηση του αθλήματος και τη διεθνή κυριάρχησή του από τον τζόγο.
Σε κάθε περίπτωση η επαγγελματικοποίηση του αθλητισμού τις τελευταίες δεκαετίες έδωσε και συνεχίζει να δίνει επιτυχίες σε εθνικό και συλλογικό επίπεδο. Στο μπάσκετ η επιτυχία του 1987 κάθε άλλο παρά συγκυριακή υπήρξε. Εδωσε τεράστια ώθηση στο άθλημα, έβαλε τους ελληνικούς συλλόγους στην ευρωπαϊκή αφρόκρεμα, διαμόρφωσε μια εθνική «μπασκετική» σχολή, ανέδειξε σειρά μπασκετμπολιστών που δεν έχουν να ζηλέψουν πολλά από ξένους ανταγωνιστές τους. Στο ποδόσφαιρο το αναπάντεχο «θαύμα» του 2004 δεν άλλαξε ουσιαστικά σε τίποτα τις αδύναμες και διεφθαρμένες δομές του αθλήματος στο εσωτερικό. Ελάχιστοι από τους μεγάλους πρωταγωνιστές τής τότε εποποιίας κατάφεραν σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο να επιβεβαιώσουν την καταξίωσή τους. Η εθνική ομάδα όμως διατήρησε μια αξιοπρόσεκτη σταθερότητα για μια δεκαετία, χωρίς να υπερεκτιμά τις δυνατότητές της, καλλιεργώντας ένα αθλητικό ήθος συλλογικότητας, πειθαρχίας, ακρίβειας στη συντηρητική τακτική της.
Οι χιλιάδες κόσμου που πανηγύρισαν σε όλη την Ελλάδα την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το 1987 γιόρτασαν την πρώτη μεγάλη αθλητική επιτυχία και την αίσθηση του ανεπανάληπτου. Το μαζικό και ξέφρενο γλέντι που στήθηκε στους δρόμους την εποχή εκείνη ήρθε με έναν παράξενο τρόπο να ενώσει μια πολωμένη πολιτικά κοινωνία. Σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιώντας τις συμβολικές τελετουργίες που είχαν αναπτυχθεί στις πολιτικές συγκεντρώσεις του τότε δικομματισμού και την προσωπολατρία απέναντι στους πολιτικούς αρχηγούς του, οι κομματικοί οπαδοί μετατρέπονται μέσα σε λίγες ημέρες σε εθνικούς φιλάθλους και θαυμαστές του Γκάλη, του Γιαννάκη και των άλλων παιδιών. Η νίκη της εθνικής μπάσκετ το 1987 κορύφωσε το κλίμα μαζικού εκδημοκρατισμού των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, απαλείφοντας τους φανατικούς διαχωρισμούς που σε σημαντικό βαθμό αποδείχτηκαν προσχηματικοί.
Ο πανηγυρισμός της κατάκτησης του Euro το 2004 ακολούθησε μια πιο οργανωμένη σε αθλητικούς δρόμους τελετουργία. Η υποδοχή των ηρώων στο Καλλιμάρμαρο ήρθε σε συνέχεια αντίστοιχων σκηνοθετημένων σκηνών κατά το πρόσφατο παρελθόν για τους ολυμπιονίκες. Το άναρχο γλέντι τώρα συνοδεύεται από μια επιμελημένη εικόνα εθνικού θριάμβου, παρά το γεγονός ότι ο βασικός πρωταγωνιστής ήταν ο γερμανός προπονητής. Η μοναδικότητα του επιτεύγματος επιτυγχάνει την αναμενόμενη εθνική σύμπνοια αλλά αυτή αποδεικνύεται προσωρινή. Η εθνική έπαρση άλλωστε που δημιούργησε αυτό το αφάνταστο επίτευγμα θα αποτελέσει το πρώτο λίπασμα για την καλλιέργεια ακραίων εθνικιστικών και ρατσιστικών ομάδων εντός των φανατικών φιλάθλων της Εθνικής (γαλάζια στρατιά κ,λπ.). Οι απίστευτες βιαιότητες που προέκυψαν απέναντι στους αλβανούς μετανάστες μετά την πρώτη ήττα τής τότε πρωταθλήτριας Ευρώπης από την Εθνική Αλβανίας απέδειξε γρήγορα ότι αυτή τη φορά το παραμύθι είχε δράκο και μάλιστα αυτός ήταν δικό μας παιδί. Από την άλλη μεριά, η αμφισβήτηση των πραγματικών ποδοσφαιρικών ικανοτήτων της ομάδας είναι διαρκής, αφού οι λάτρεις του παγκοσμιοποιημένου ποδοσφαίρου (βλ. Champions League) συγκρίνουν τις δυνατότητες των παικτών της Εθνικής με τα διεθνή αλλά απολύτως οικεία πια δεδομένα. Είναι συχνές οι κατηγορίες που εξαπολύονται εναντίον της για αντιποδόσφαιρο και σκέτο τακτικισμό, που με κάποιον τρόπο προσομοιάζουν με εκείνες των Greek statistics που υποτίθεται ότι έφεραν την Ελλάδα στην ευρωζώνη με χαλκευμένα στοιχεία.  
Εντούτοις, η εθνική ομάδα πετυχαίνει νίκες δυσανάλογες της αίγλης των εγχώριου πρωταθλήματος, όπως και αρκετοί από τους παίκτες της ξενιτεύονται και παίζουν σε σημαντικούς συλλόγους του εξωτερικού. Ανάμεσα στον μιζεραμπιλισιμό του διάχυτου εθνικολαϊκισμού που αναζητά τη δικαίωση της κατατρεγμένης εθνικής «ψυχής» και ενός ακραίου μεταρρυθμισμού που επιζητά την άνευ όρων προσαρμογή της Ελλάδας στα διεθνή/ευρωπαϊκά στάνταρ, υπάρχει μια ομάδα που επιβιώνει. Και που ίσως αποδεικνύει ότι το «συστηματικό πάθος» συνδυάζει ιδανικά τις τρέχουσες ιδεοληψίες μας.
Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι λέκτορας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από