Τα διαβάσαμε στις εφημερίδες, τα μάθαμε, θαυμάσαμε, γελάσαμε, αγανακτήσαμε - για τους μάγκες μιλώ που περιφρονούν νόμους, διατάξεις, εντεταλμένα όργανα ελεγκτικά κ.λπ. όπως εκείνο το λεβεντόπαιδο ο μαγαζάτορας της Χαλκιδικής που του έκλεισε το ΣΔΟΕ το μαγαζί και εκείνος το άνοιξε και εισέπραξε, εκτός από κάτι δεκάδες χιλιάδες ευρώ, τα χειροκροτήματα των καψούρηδων οπαδών του για τη λεβεντιά του και την αντίστασή του στον εχθρό!
Τα μάθαμε και τα άλλα, στο πανηγύρι σε χωριό της Κρήτης· οι θαμώνες του καταστήματος όπου εμφανίστηκε το κλιμάκιο του ΣΔΟΕ επιδόθηκαν αμέσως στο ευγενές και ιερό έθιμο της μπαλοθιάς: «Τι λες, ρε, που θα ελέγξεις το δικό μας παιδί· επειδή δεν δίνει αποδείξεις - καλά κάνει και δεν δίνει αποδείξεις. Ετσι γουστάρει»!
Είναι ο πολιτισμός της μαγκιάς και του τσαμπουκά. Και ίσως να είναι αυτοί οι ίδιοι του πολιτισμού της μαγκιάς και του τσαμπουκά που τους ακούμε να λένε: «Με τέτοιο λαό μην περιμένεις προκοπή, δεν γίνεται τίποτα»!
Δηλαδή, για να γίνει προκοπή πρέπει να αλλάξουμε λαό! Αυτό το συμπέρασμα δεν προκύπτει; Διότι αυτά είναι επιβιώσεις από την εποχή της Τουρκοκρατίας! Αφεριμ, λοιπόν, ξέρουμε και από Τουρκοκρατία. Μόνο που ξέρουμε ό,τι μας συμφέρει! Γιατί ο οθωμανικός νόμος προέβλεπε κρεμάλα για όποιον έκλεβε το κράτος.
Πλησιάζει Δεκαπενταύγουστος. Στα περισσότερα χωριά γίνεται πανηγύρι. Εχουμε μετρήσει ποτέ τη φοροδιαφυγή του Δεκαπενταύγουστου; Για να τιμηθεί η Παναγία! «Αποδείξεις; Αντε καλέ, άσε τα αστεία. Και τι θα μου κάνουν εμένα· εγώ τους έχω "δεμένους" όλους!». Να πάλι η μαγκιά. Και η διαπλοκή βέβαια· σε τοπικό επίπεδο - σε επίπεδο χωριού. Εάν το ΣΔΟΕ προγραμματίσει γενική και καλά οργανωμένη επέμβαση στα πανηγύρια της Παναγίας θα μαζέψει χρήμα με ουρά. Δεν αποκλείεται όμως να μαζέψει και νεκρούς.
Πώς διαμορφώθηκαν και γιατί επιβιώνουν αυτές οι νοοτροπίες και γιατί οι συμπεριφορές απολήγουν στο περιβόητο «δεν πληρώνω»; Το «κακό» έχει ξεκινήσει εδώ και κάμποσες δεκαετίες, τότε που άρχισε η ασύστολη ρουσφετολογία.
Το ρουσφέτι κατέληξε να γίνει το απόλυτο κλειδί που ξεκλείδωνε τη σχέση του ταπεινού, του ανθρώπου που έχει μαγαζί στην πλατεία του χωριού, με τον κρατικό μηχανισμό· αν ο εν λόγω μαγαζάτορας της πλατείας διέθετε πολυμελή οικογένεια, δηλαδή πολλές ψήφους, ο διορισμός του «παιδιού» στο Δημόσιο ήταν εξασφαλισμένος.
Εκτός όμως από τον διορισμό υπάρχουν και πολλές άλλες μικροσχέσεις: ο μαγαζάτορας θα κερνάει τον κομματάρχη, ενδεχομένως βρίζοντάς τον, ο οποίος όμως θα τρέξει στον έφορο να του πει να «διευκολύνει» - «να κάνουμε ό,τι μπορούμε γι' αυτόν τον καλό άνθρωπο που έχει και τόσα παιδιά» - ή ακόμη και στον αστυνόμο με ανάλογο αίτημα και αιτιολογικό.
Διαμορφώθηκε έτσι, με τη ρουσφετολογία, ένα σύστημα εξαρτήσεων και αμοιβαίων υποχρεώσεων μέσω του οποίου ιδεολογίες και πολιτικές έδωσαν τη θέση τους στον εκμαυλισμό των συνειδήσεων και στον ευτελισμό της προσωπικότητας - ακόμη περισσότερο, στην καταστροφή των κοινωνικών συνειδήσεων. Σε επίπεδο χωριού, καταστράφηκε κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης - ποιος θα κλέψει περισσότερο το κράτος και κατ' επέκταση τον άλλον.
Η γενική κρίση των τελευταίων ετών δεν έχει μπορέσει να αλλάξει τις νοοτροπίες, μολονότι έχει «ξεδοντιάσει» αυτές τις σχέσεις εξάρτησης. Σε επίπεδο χωριού, οι ρουσφετολογικές συμπεριφορές επιβιώνουν - το κράτος πρέπει να δίνει στον μαγαζάτορα της πλατείας χωρίς να παίρνει· να τον αφήνει να μην πληρώνει φόρο και να του επιδοτεί την αγροτική παραγωγή. Η εξαφάνιση του ρουσφετολόγου τοπικού παράγοντα έχει διαρρήξει κάθε σχέση με το κράτος· το  κράτος έγινε για τον μαγαζάτορα της πλατείας εχθρικό - του ζητάει να εκδίδει αποδείξεις για ό,τι πουλάει και να πληρώνει φόρο!
Αυτό θεωρείται εγκληματική συμπεριφορά του κράτους απέναντι στον μαγαζάτορα της πλατείας και οδηγεί σε μάγκικες και τραμπούκικες συμπεριφορές. Οσο για το κράτος, με την πολιτική τού ό,τι και όποιον αρπάξουμε γίνεται αποτελεσματικό και αδύναμο. Με την ευκαιρία: τι έγινε με τους φερέλπιδες αοιδούς της Μυκόνου, του Λιτοχώρου ή της Χαλκιδικής;
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών