Βιέννη – Παρίσι – Πύλος: αυτή θα μπορούσε να είναι η ταξιδιωτική διαδρομή του έρωτα ανάμεσα στο κινηματογραφικό ζευγάρι Τζέσι και Σελίν –κατά κόσμον Ιθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί. Ενώνουν τις τύχες τους στο τρένο από Βουδαπέστη προς Βιέννη, εννέα χρόνια αργότερα συναντιούνται τυχαία σε ένα παριζιάνικο βιβλιοπωλείο και ύστερα από άλλα εννέα χρόνια ο κινηματογραφικός φακός τους συναντά –παντρεμένους πια με παιδιά –κάτω από τον ελληνικό ήλιο και με κάδρο τη Μεσσηνιακή Μάνη.
Το πού και πότε θα γυρίσεις μια ταινία, λέει ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, είναι θέμα τύχης και εξαρτάται από την ιστορία που πρόκειται να αναπτυχθεί. «Για παράδειγμα, στην πρώτη ταινία, το “Πριν το ξημέρωμα”, ήθελα να αντλήσω υλικό από τις εμπειρίες των ταξιδιών μου στην Ευρώπη. Μου είχαν εντυπωθεί οι περίπατοί μου στους δρόμους του Βερολίνου, αλλά κατάλαβα ότι δεν μπορούσε αυτό να συνδεθεί με τη Γαλλίδα Σελίν. Ετσι καταλήξαμε στη Βιέννη».
Η δεύτερη ταινία της τριλογίας τοποθετεί την ιστορία στην πόλη της πρωταγωνίστριας, το Παρίσι. Η συνέχεια του ζευγαριού –που στην τρίτη κινηματογραφική καταγραφή του έρωτά τους βρίσκονται σε οικογενειακές διακοπές –μπορούσε να γυριστεί σε οποιοδήποτε μέρος της Ευρώπης. Ο σκηνοθέτης του «Before Midnight» εξηγεί πώς κατέληξε στην Πελοπόννησο: «Είχα δει δυο – τρεις ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες από τη φίλη μου Αθηνά – Ραχήλ Τσαγκάρη, η οποία τελικά έπαιξε και στην ταινία. Αισθάνθηκα όμως πραγματικά τυχερός όταν είδαμε ότι μπορούμε τελικά να χρησιμοποιήσουμε το σπίτι του συγγραφέα Πάτρικ Λι Φέρμορ στην Καρδαμύλη στη Νότια Πελοπόννησο και μάλιστα δωρεάν. Αυτό μας εξυπηρέτησε! Δεν βρίσκονται τέτοιες ευκαιρίες πολύ συχνά».
Ευτυχή συγκυρία όμως βρίσκει και το γεγονός ότι πήραν μια γεύση από την αύρα που μετέφερε στα βιβλία του, αφού εκεί ζούσε και έγραφε για πολλά χρόνια. «Πέθανε τον Ιούνιο του 2011 και τον Μάιο του επόμενου χρόνου ήμασταν εμείς εκεί. Το σπίτι ήταν σαν να ζούσε ακόμη μέσα. Οι άνθρωποι που το φροντίζουν άφησαν την εφημερίδα που διάβαζε πάνω στο τραπέζι και τα περιοδικά ανοιχτά. Ετσι για μας ήταν σαν να βρίσκεται εκεί!», λέει ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ.
Ο φακός του σκηνοθέτη σταμάτησε αρκετή ώρα στο μεσημεριανό οικογενειακό γεύμα. «Και αυτό είναι ένα πολύ δυνατό ελληνικό στοιχείο. Οι άνθρωποι μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι που έχουν βγάλει στη βεράντα, παρέα με φίλους, τρώνε το απλό σπιτικό φαγητό –ντομάτες γεμιστές υπήρχαν στο κινηματογραφικό τραπέζι -, πίνουν και συζητάνε».
Οι λόγοι όμως που επελέγη η Ελλάδα ως χώρος γυρισμάτων της ταινίας δεν είναι μόνο αυτοί. Η ιστορία του Τζέσι και της Σελίν εδώ αποκτά άλλη διάσταση: «Η Ελλάδα ζει μια οικονομική κρίση και επειδή ο γάμος των δύο πρωταγωνιστών βρίσκεται σε δύσκολο σημείο έχουμε αυτομάτως μια αλληγορία». Ο καμβάς του τοπίου έχει στοιχεία και αρχαία και σύγχρονα, εξηγεί ο σκηνοθέτης δηλώνοντας ότι αυτό εξυπηρετούσε σε ένα ακόμη σημείο την πλοκή του έργου. «Οι τόσοι αρχαιολογικοί χώροι που υπάρχουν στην περιοχή, όπως τα ευρήματα των Μυκηνών, τοπίου που τους πλαισιώνει, σηματοδοτούν διαφορετικά το εφήμερο πρόβλημά τους», λέει ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. «Σαν να σε οδηγούν να σκεφτείς τι είναι πραγματικά σπουδαίο στη ζωή και τι όχι, τι είναι σύγχρονο και τι διαχρονικό».
Ο ενθουσιασμός για το περιβάλλον, τη φύση και τα αρχαιολογικά ευρήματα διατηρείται και όταν αναφέρεται στις σύγχρονες υποδομές που διαθέτει η περιοχή. Ο σκηνοθέτης του «Before Midnight» μιλά για το ξενοδοχείο Costa Navarino, όπου στη σουίτα 2833 έγιναν μερικά από τα γυρίσματα της ταινίας. «Δεν είμαι φαν τέτοιων θερέτρων, αλλά εκεί πραγματικά μου άρεσε πολύ. Δεν ήθελα να φύγω».
Οι εικόνες που κατέγραψε από τους γραφικούς περιπάτους του ζευγαριού στα πλακόστρωτα των μικρών πόλεων της Μεσσηνιακής Μάνης είναι από εκείνα που επίσης έχουν χαραχτεί –εκτός από τον φακό του –και στη μνήμη του. «Είναι πολύ όμορφες οι πόλεις, δεν είναι μόνο τα ερείπια των Μυκηνών. Τα σοκάκια στην πόλη της Πύλου, το φρούριο του 13ου αιώνα που υπάρχει γύρω από το ξενοδοχείο έχουν απίστευτη γοητεία. Η προβλήτα που υπάρχει στην υπέροχη Καρδαμύλη –εκεί έχει γυριστεί η τελευταία σκηνή της ταινίας -, η θάλασσα, οι παραλίες… Τίποτα δεν πήγε στραβά. Ολα και όλοι ήταν υπέροχα».
Περί γευστικής μνήμης
Ομως δεν ήταν μόνο τα τοπία, οι φυσικές ομορφιές και τα αρχαία μνημεία που έμειναν εντυπωμένα στο μυαλό του κινηματογραφιστή Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Και η γευστική του μνήμη δεν έμεινε παραπονεμένη καθώς ο ουρανίσκος του… κατέγραψε εξαιρετικές εμπειρίες. «Σε κάθε τραπέζι υπήρχε μια ελληνική (χωριάτικη) σαλάτα!» λέει. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για κάποιον χορτοφάγο όπως είναι ο ίδιος. Και επιχειρηματολογεί για την αξία αυτού του πιάτου, το οποίο αποτελεί σήμα κατατεθέν της ελληνικής γαστρονομίας: «Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ ελληνική σαλάτα ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Αμερική. Τώρα ξέρω πώς είναι οι πραγματικά καλές ντομάτες, οι ελιές και το ελαιόλαδο. Μου άρεσαν πολύ και στην Πελοπόννησο έτρωγα όλη την ώρα».
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος που ο Λινκλέιτερ αγάπησε την τοπική κουζίνα. Κατά την άποψή του, η ελληνική γαστρονομία έχει ένα είδος ισότητας και εξηγεί: «Ολοι τρώνε το ίδιο, και πλούσιοι και φτωχοί. Μου άρεσαν τόσο πολύ τα ελληνικά προϊόντα, που τώρα ξέρω να αγοράσω το καλύτερο ελληνικό λάδι. Αρκετά δαπανηρή συνήθεια αν ζεις στο Τέξας. Γι’ αυτόν τον λόγο πήρα μερικά από τα προϊόντα αυτά μαζί μου. Μου άρεσε πάρα πολύ στην Ελλάδα και αυτό το καλοκαίρι θα επιστρέψω!».