Ας μιλήσουμε για τον θεατρικό εξπρεσιονισμό. Εκείνος που κυριαρχεί είναι ο σκηνικός, ο παραστασιακός, ενώ έχει τελείως (με λίγες εξαιρέσεις) τινάξει τα πέταλα ο εξπρεσιονισμός ως θεατρικό κείμενο. Αν δηλαδή εξαιρέσει κανείς τη «Λούλου» του Βέντεκιντ και το «Ξύπνημα της άνοιξης», που έχουν και στην Ελλάδα ευτυχήσει, ίσως μόνο ο Σνίτσλερ διασώζεται από εκείνο τον άγριο καταιγισμό της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Ο σκηνοθετικός και κυρίως ο υποκριτικός εξπρεσιονιστικός κώδικας για πολλά χρόνια κυριάρχησε στη Μεσευρώπη χάρη και στον μεγάλο Ράινχαρτ και στους ιδιοφυείς κινηματογραφιστές τον Φριτζ Λανγκ και τον Κάπρα και τους σουηδούς συναδέλφους τους. Στην Ελλάδα τον εξπρεσιονισμό τον έφερε ο Θωμάς Οικονόμου, σκηνοθέτης του τότε Βασιλικού, αλλά μέγας ηθοποιός. Ως ελεύθερος δάσκαλος (δάσκαλος του Ροντήρη και του Βεάκη) δίδαξε επί της σκηνής σχεδόν όλο τον Ιψεν. Οταν ο Ροντήρης σκηνοθέτησε τους «Βρικόλακες» το 1933 με τον Μινωτή, την ερμηνεία του ρόλου του Οσβαλντ του Οικονόμου ακολουθούσε. Γι’ αυτό ο πρώτος ακραιφνώς εξπρεσιονιστής ηθοποιός στην Ελλάδα ήταν ο Μινωτής, ο δεύτερος, απόφοιτος του Σεμιναρίου Ράινχαρτ στη Βιέννη, ο Λευτέρης Βογιατζής και τρίτος ο Γιώργος Κιμούλης. Αλλον εγώ δεν ξέρω και θα χαρώ να μου τον υποδείξει κάποιος.
Ο λόγος για τον Κιμούλη που φέτος διασκεύασε τελείως ελεύθερα, θα έλεγα πάτησε σε μια ιδέα ενός σπουδαίου μεταεξπρεσιονιστή συγγραφέα, του Χόρβατ. Γνωστός μας από έξοχες εδώ ερμηνείες έργων του και από τον Ρεμούνδο και τον Παπαβασιλείου και τον Γιώργο Μιχαηλίδη. Μάλιστα με Χόρβατ εγκαινίασε ο Λευτέρης Βογιατζής την εξαίσια πορεία του ως ηθοποιός στο «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» που ανέβασε ο Μιχαηλίδης. Ο Κιμούλης βρήκε στο έργο «Η επιστροφή του Δον Ζουάν» ερείσματα για να γράψει ένα σκοτεινό, ωμό, απαισιόδοξο ρέκβιεμ για τα γηρατειά, την ερωτική εφεδρεία, ένα μνημόσυνο στις απολεσθείσες ηδονές και μια κυνική απολογία για τον χαμένο χρόνο. Ο Κιμούλης είναι ένας ηθοποιός που σκέφτεται (σπάνιο φρούτο στις μέρες μας) και συχνά σκέφτεται περισσότερο από όσο χρειάζεται για να προχωρήσει στη σκηνική πραγμάτωση. Είναι τόσο δοσμένος πάνω στα αισθητικά αλλά κυρίως στα ηθικά προβλήματα ενός σύγχρονου ανθρώπου και κυρίως καλλιτέχνη, ώστε σωρεύοντας γνώση και εμπειρίες ζωής θέλει να τις μεταδώσει και στους συνανθρώπους του. Και συχνά ο στοχασμός στομώνει τη θεατρική αμεσότητα. Στην τωρινή του όμως απόπειρα αφομοίωσε τόσο πολύ μέσα στη φόρμα και την αφήγηση τα προσωπικά του υπαρξιακά ερωτήματα, ώστε παρουσίασε ένα ζοφερό τοπίο που αγγίζει κάθε άνθρωπο που χάνει τον χρόνο ή βλέπει τον χρόνο να έρχεται ιλιγγιωδώς πάνω του. Ο Δον Ζουάν έρχεται ξανά από τον θάνατο για να συναντήσει τις γυναίκες που πρόδωσε, να αποπειραθεί να κάνει την ανάμνηση ζωή και τις ενοχές, αν υπάρχουν, συνενοχές ή ανοχές. Και βουλιάζει όπως οι κολασμένοι στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, βουλιάζει στο αιώνιο πυρ του ανεκπλήρωτου, του ανέφικτου και του απόλυτου. Στις γνωστές παραλλαγές του μεγάλου ευρωπαϊκού μύθου του Δον Ζουάν ο λιμπερτίνος (ο ελευθεριάζων άθεος) τιμωρείται από τον πέτρινο καβαλάρη. Στην εκδοχή του Κιμούλη, η τιμωρία είναι το πετρωμένο πεπρωμένο του σεξ.
Ο Κιμούλης έστησε μια εξπρεσιονιστική παράσταση φορτωμένη και με σύγχρονα σύνδρομα μέσα (βίντεο κ.τ.λ.). Και την έστησε καλά. Με αγχώδεις ρυθμούς, ειρωνεία, κυνισμό και ζόφο – ο ίδιος είναι μεγάλος γνώστης του είδους και αυτό είναι η δυστυχία του συχνά. Δεν έχει συμπαίκτες. Παρ’ όλα αυτά, τουλάχιστον η Ταμίλα Κουλίεβα και η Φαίη Ξυλά μαζί με τις άλλες πέντε γυναίκες της διανομής σε διάφορους ρόλους έστησαν μια εφιαλτική εικόνα της φθοράς και της σκουριάς του χρόνου, που θα ευχόσουν να την έβλεπες όχι κάτω από τον αίθριο αττικό ουρανό.