«Οποιος βρίσκει ή αυτός στον οποίο περιέρχεται κινητό αρχαίο που χρονολογείται έως και το 1453, οφείλει να το δηλώνει χωρίς καθυστέρηση». Είναι σαφής από την αρχή ο αρχαιολογικός Νόμος 3028/2002 (άρθρο 24) για την υποχρεωτική δήλωση αρχαιοτήτων. Οπως είναι σαφής και στη χορήγηση αμοιβής, ως εύρετρα, που «ορίζεται με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του αρχαιολογικού συμβουλίου ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχαίου και τη συμβολή του δηλώσαντος στην ανεύρεση και διάσωσή του. Η Υπηρεσία χορηγεί απευθείας την αμοιβή αν εκτιμά ότι η χρηματική αξία του αρχαίου δεν υπερβαίνει τα 1.467 ευρώ – 500.000 δραχμές». Αμοιβή δίνεται, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, και σε όποιον υποδεικνύει τον τόπο όπου βρίσκονται άγνωστες αρχαιότητες. Δεν καταβάλλεται αμοιβή αν το αρχαίο είναι ήδη γνωστό στην Υπηρεσία ή ανακαλύπτεται σε γνωστό αρχαιολογικό χώρο ή κατά τη διενέργεια ανασκαφών, ούτε «εάν εκείνος που δηλώνει ή υποδεικνύει αρχαίο είναι δημόσιος υπάλληλος».
Εκείνο που δεν λέει ο νόμος είναι πως αν περάσει πενταετία μπορεί να παραγραφούν οι οικονομικές απαιτήσεις και για εύρετρα ή να υπάρξει μεγάλη γραφειοκρατική καθυστέρηση, όπως συμβαίνει και με τις απαλλοτριώσεις. Την τελευταία φορά που οποία δόθηκαν εύρετρα ήταν το 1995, με αποδέκτες δύο ψαράδες που έπιασαν με τα δίχτυα τους τη χάλκινη Κυρά της Καλύμνου. Εισέπραξαν τελικά 170 εκατ. δραχμές, που φορολογήθηκαν.
Σχόλια







