Τα τελευταία χρόνια γίνεται ευρεία κατάχρηση του προσδιορισμού «εμβληματικός», στην περίπτωση όμως του Πιτ Σίγκερ ο όρος μοιάζει ανεπαρκής για να περιγράψει το μέγεθος και τη σημασία του αειθαλούς βετεράνου της φολκ μουσικής παράδοσης και ακαταπόνητου υπερασπιστή των πολιτικών δικαιωμάτων εδώ και εβδομήντα πέντε χρόνια. Ο Σίγκερ ασχολείται ακόμα, θυμώνει ακόμα, ελπίζει ακόμα, τραγουδά ακόμα. Γεγονός που απεδείχθη για μια ακόμα φορά με την - όχι εντελώς απροσδόκητη για έναν τόσο επιφανή εκπρόσωπο του «τραγουδιού διαμαρτυρίας» - εμφάνισή του την περασμένη Παρασκευή στη νυχτερινή πορεία στο κέντρο του Μανχάταν προς υποστήριξη του κινήματος «Καταλάβατε τη Γουόλ Στριτ».

Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ. Τον υπερήλικο ακτιβιστή συνόδευε ο εγγονός του, Ταό Ροντρίγκεζ-Σίγκερ, ο οποίος κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πορείας ένιωσε το χέρι ενός αστυνομικού να του πιάνει τον ώμο. «Είσαι ο Ταό Σίγκερ; Δική σου ιδέα ήταν αυτή;» τον ρώτησε το «όργανο», επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες του ότι η σύλληψή τους ήταν βέβαιη. Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. «Ξαφνικά άλλαξε ύφος, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε: "Ευχαριστούμε". Αυτό με συγκλόνισε. Ακόμα κι οι μπάτσοι έμοιαζαν να αναγνωρίζουν το δίκιο μας». Η στιγμή επιβεβαίωσε τη διαχρονική αξία του μηνύματος που διακηρύττει ο παππούς του όλη του τη ζωή: τα κινήματα μπορεί να αλλάζουν αλλά το τραγούδι - το τραγούδι που ενώνει ένα πλήθος σ' ένα κοινό σκοπό, το τραγούδι που τόσες φορές ο Σίγκερ έχει καλέσει τον κόσμο να τραγουδήσουν «όλοι μαζί!» - παραμένει το κλειδί για την κατανόηση των αλλαγών.
Αυτή τη φορά δεν είχε μαζί του το μπάντζο του αλλά και μόνο η παρουσία του - η θέρμη, ο ανθρωπισμός και η απουσία δογματικότητας που συνεχίζει να εκπέμπει - ήταν αρκετή για να εμπνεύσει το πλήθος των συγκεντρωμένων, προσδίδοντας παράλληλα στο νεογέννητο κίνημα μια αίσθηση διαχρονικότητας. «Πάντα πίστευα ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι με τους μεγάλους ηγέτες» δήλωνε δύο μέρες μετά την πορεία στον δημοσιογράφο της «Wall Street Journal» που επικοινώνησε μαζί του στο αγρόκτημα που ζει εδώ και μισό αιώνα, στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. «Η ελπίδα είναι να υπάρχουν πολλοί μικροί και υπεύθυνοι ηγέτες...».
Αν εξαιρέσει κανείς το μπαστούνι και το χιονισμένο γένι, η ψηλόλιγνη φιγούρα του Πιτ Σίγκερ ελάχιστα διαφέρει από αυτήν του νεαρού φοιτητή που εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Χάρβαρντ στα μέσα της δεκαετίας του '30, για να αφοσιωθεί στη μουσική και στους αγώνες του αριστερού κινήματος. Γιος ενός διακεκριμένου ακαδημαϊκού με ειδίκευση στη μουσικολογία και μιας κλασικής βιολίστριας, έζησε από μικρός σε περιβάλλον όπου η μουσική δεν ήταν απλά μέσο ψυχαγωγίας αλλά απόλυτο όχημα συνειδητοποίησης και πνευματικής ευεξίας. Η γνωριμία του με τον θρυλικό φυσιοδίφη της αμερικανικής λαϊκής μουσικής Αλαν Λόμαξ, η επαφή του με τη μουσική του Leadbelly και στη συνέχεια του «περιθωριακού» Γούντι Γκάθρι (ο οποίος είχε πάντα στην κιθάρα του σταμπαρισμένο το σλόγκαν «Αυτό το μηχάνημα σκοτώνει φασίστες») και η σχέση του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, υπήρξαν οι καταλύτες που διαμόρφωσαν ολοκληρωτικά τις αντιλήψεις του τόσο ως αναβιωτή της φολκ παράδοσης όσο και ως αγωνιστή στο πλευρό «των κολασμένων της γης».
Μετά τον πόλεμο, όπου υπηρέτησε μέρος της θητείας του στον Νότιο Ειρηνικό, η καριέρα του στο επίκεντρο της φολκ σκηνής απογειώθηκε στη δεκαετία του '50 κυρίως, με μια σειρά από επιτυχίες - «Goodnight Irene», Turn, Turn, Turn», «We Shall Overcome», «If I had a hammer» - που έμελλε τα επόμενα χρόνια να γίνουν ύμνοι στην εποχή της ακμής του αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα των μειονοτήτων.
Οπως ήταν φυσικό, ήρθε κι αυτός αντιμέτωπος με την επιτροπή του γερουσιαστή Μακάρθι και έμεινε αποκλεισμένος στη μαύρη λίστα των «κόκκινων» τόσο από το ραδιόφωνο όσο κι από την τηλεόραση για πολλά χρόνια. Παράλληλα, υπήρξε ο ιδρυτής του Φεστιβάλ Φολκ στο Νιούπορτ, μια ετήσια εκδήλωση που συγκέντρωνε παλιούς και νέους εκπρόσωπους της φολκ (όπως ο Ντίλαν και η Τζόαν Μπαέζ), οι οποίοι πλέον ήταν της μόδας, σε μια γιορτή ελευθερίας που συνδύαζε τη μουσική με το αγωνιστικό πνεύμα εναντίον των φυλετικών διακρίσεων.
Υπεύθυνος για την ενίσχυση, τη δημοτικότητα και τη συντήρηση παραδοσιακών αμερικανικών μουσικών ιδιωμάτων, μοιάζει βαθιά παράδοξο το γεγονός ότι χαρακτηρίστηκε «εχθρός της Αμερικής» (ειδικά κατά την κορύφωση του ψυχροπολεμικού κλίματος) κάποιος που με τη φωνή και το μπάντζο του μπορεί να σε ταξιδέψει από τα Απαλάχια Ορη ώς το Δέλτα του Μισισιπή και παραπέρα, στη διάρκεια ενός και μόνο τραγουδιού. Οι ευαισθησίες του μπορεί να είναι οικουμενικές αλλά είναι συγχρόνως και αγροτικές σχεδόν, και οι αξίες του αφοσιωμένες στη γη, στην οικογένεια, στην κοινότητα - εν ολίγοις παραδοσιακά αμερικανικές αξίες, θα μπορούσε να πει κανείς.

ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ. Βέβαια, όπως και πολλοί άλλοι (και όχι μόνο Αμερικανοί, φυσικά) παλαιοί κομμουνιστές άργησε χαρακτηριστικά (και εξοργιστικά για τους ιδεολογικούς αντιπάλους του) να αναγνωρίσει τα εγκλήματα του σταλινισμού, ενώ πολλοί δεν ξέχασαν ποτέ ότι κυκλοφόρησε έναν δίσκο με τραγούδια εναντίον της συμμετοχής της Αμερικής στον πόλεμο την ώρα που ο Χίτλερ προέλαυνε στην Ευρώπη (ο Σίγκερ, ως κομμουνιστής, ήταν ακόμη στη «γραμμή» του συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ). Ούτως ή άλλως, ο Πιτ Σίγκερ δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να απολογηθεί για τις θέσεις του, επικαλούμενος το δικαίωμα να έχει τις απόψεις του προστατευόμενος από το Σύνταγμα.
Μόνιμη σύντροφός του όλα αυτά τα χρόνια, η ιαπωνικής καταγωγής Τόσι Σίγκερ, την οποία παντρεύτηκε το 1943 (έχουν μαζί τρία παιδιά και πολλά εγγόνια), κι από τότε αποτελεί τον μόνιμο κυματοθραύστη μιας συχνά ταραχώδους ζωής, ειδικά στα δύσκολα χρόνια της «μαύρης λίστας». Σε κάποιο σημείο μάλιστα του ντοκιμαντέρ του 2007 με τίτλο «Pete Seeger: The Power of Music» (υπάρχει διαθέσιμο ολόκληρο στο YouTube) δηλώνει χαριτολογώντας η (επίσης αειθαλής) σύζυγός του: «Μόνο αν ο Πίτερ κυνηγούσε γυναίκες όπως κυνηγούσε πολιτικούς αγώνες, θα είχα μια δικαιολογία να τον εγκαταλείψω και να γλιτώσω την ταλαιπωρία».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από