Συγκινούμαι με τους σκουπιδιάρηδες, Ενας απ' όλους, σκελετωμένος, κοντός, με μια φανέλα χειμώνα - καλοκαίρι, παντρεμένος και πατέρας... οχτώ παιδιών, χτυπάει κάθε τόσο το κουδούνι στο σπίτι μου και όλο κάτι μου ζητάει. Χρόνια αυτή η δουλειά. Φυσικά, είναι φίλος μου πια. Μου λέει τον πόνο του. Του λέω κι εγώ τον δικό μου. Κι έτσι πορευόμαστε.
Είναι δράμα να δουλεύει κανείς στα σκουπίδια. Η μπόχα είναι ανυπόφορη! Γι' αυτό και στην εφηβική μας παρέα, πλατεία Κυριακού (Βικτωρίας), στις αρχές της δεκαετίας του '50, τραγουδούσαμε, καλαμπουρίζοντας, στον σκοπό ενός σουξέ της εποχής, «θα σε πάρω να φύγουμε/με το κάρο του Δήμου/για να δεις πώς μυρίζουνε/τα σκουπίδια, μικρή μου». Αυτή τη σκουπιδίλα, που σε ζαλίζει και σε ρίχνει νοκάουτ, την κουβαλάω ακόμα στα ρούχα μου, την αισθάνομαι στα ρουθούνια μου, από τη δεκαετία του '70, που πήγαινα στο Σχιστό, ανάμεσα στο Κερατσίνι και τον Σκαραμαγκά, για να γράψω τις «Επαρχίες της Αθήνας». Η χωματερή, με τα - χιλιάδες - βρωμοπούλια, είναι ο εφιάλτης μου. Σαν τα «Πουλιά» του Χίτσκοκ.
Ναι, συγκινούμαι με τους σκουπιδιάρηδες. Τους βλέπω σαν δικούς μου ανθρώπους. Τους πονάω. Ζουν μέσα στη βρώμα και την αρρώστια. Σκαρφαλώνουν πάνω στα απορριμματοφόρα με μια αυτοσχέδια μάσκα στο πρόσωπο, για να μη πεθάνουν από το μποχαδερό φορτίο, που αναδεύεται μπρος στο στόμα τους. Προσπαθούμε, εμείς οι υπάλληλοι, οι βιοτέχνες, οι επιστήμονες κ.λπ. να τους χρυσώσουμε το χάπι, μετονομάζοντάς τους σε «εργάτες καθαριότητας». Οπως λέμε «Ειρηνικό» τον πιο άγριο ωκεανό. Ό, τι κι αν λέμε όμως, αυτοί οι σκληρά εργαζόμενοι τρώνε το σκουπιδομάνι στη μούρη. Κάθε μέρα.
(Θυμάμαι ένα μυθιστόρημα του Κώστα Κοτζιά. «Άνθρωποι και σπίτια». Ο ήρωας, άνεργος, φτωχός και ερωτευμένος, ονειρευόταν να πιάσει δουλειά σ' ένα συνεργείο αυτοκινήτων και με τα δάχτυλα γεμάτα λάδια μηχανής να αγοράσει μια φραντζόλα άσπρο ψωμί και να το τρώει, με μεγάλες μπουκιές, αχόρταγα. Κι ας είναι γεμάτο λάδια. Και να χαϊδεύει με αυτά τα μουντζουρωμένα δάχτυλα και τα μάγουλα της Γεωργίας, της αγαπημένης του).
Θα το ξαναπώ: συγκινούμαι με τους σκουπιδιάρηδες. Η ζωή τούς ανάγκασε να δουλεύουν πολύ σκληρά και να παίρνουν λίγα χρήματα. Από κει και πέρα, όμως, δεν μπορώ να μη διαφωνήσω με τη μορφή των κινητοποιήσεών τους. Κάποτε, μόλις προσλαμβάνονταν, ως έκτακτοι, έμεναν για λίγο καιρό στα σκουπίδια και ύστερα βολευόντουσαν σε γραφεία! Ακολουθούσαν απεργίες, για να προσληφθούν καινούργιοι «έκτακτοι». Προσλαμβάνονταν. «Μετακόμιζαν» κι αυτοί σε γραφεία. Νέες απεργίες. Χρόνια αυτή η δουλειά! Και οι απεργίες, πάντοτε, «επίσημες'' μέρες: Χριστούγεννα, Πάσχα. Και η Αθήνα να βρωμοκοπάει. Και να σέρνονται αρρώστιες.
Αλλά, για όλ' αυτά την ευθύνη την είχαν οι πολιτικοί. Οι πασίγνωστες πελατειακές σχέσεις. Που μας οδήγησαν στον σημερινό κατήφορο. Οι Ευρωπαίοι βγάζουν λεφτά από τα σκουπίδια. Κι εμείς, βγάζουμε τα μάτια μας. Με προσλήψεις, απεργίες, φασαρίες και τη δημόσια υγεία σε μόνιμο κίνδυνο...

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από