Νοέμβριος 1980. Ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, ερχόμενος από τη Βιέννη, βρίσκεται στη Βενετία. Αφετηρία του ταξιδιού του ήταν η Αγγλία, απ’ όπου έφυγε ελπίζοντας να ξεπεράσει, «κάτω από καινούργιους ουρανούς», μια δύσκολη στιγμή της ζωής του. Για τον συγγραφέα των «Δακτυλίων του Κρόνου», το ταξίδι αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια προσπάθεια να αφουγκραστεί σε άλλους τόπους «το βουητό από το οποίο γεννιέται η ζωή που θα έρθει μετά από μας και που σταδιακά μας πηγαίνει προς την καταστροφή, όπως σταδιακά κι εμείς καταστρέφουμε αυτό που προϋπήρχε πριν από μας».
Το άθλιο κυλικείο του σταθμού της Σάντα Λουτσία στη Βενετία είναι το σκηνικό όπου παίζεται η πρώτη πράξη αυτής της ιστορίας. «Για μια στιγμή είχα την αίσθηση» – γράφει ο συγγραφέας στο «Αίσθημα ιλίγγου» – «ότι ένα από εκείνα τα εγωιστικά φαντάσματα αποφασισμένα να μου πάρουν το πρωινό με είχε βάλει στόχο, και να που δύο ζευγάρια μάτια ήταν όντως καρφωμένα πάνω μου. Τα άτομα στα οποία ανήκαν αυτά τα μάτια, ήταν ακουμπισμένα στο μπαρ απέναντί μου. Ο ένας έπιανε το πιγούνι του με τη δεξιά του παλάμη, ο άλλος με την αριστερή».
Ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω του, ο Ζέμπαλντ αναχωρεί για τη Βερόνα. Κι όταν φτάνει στην πόλη, στη διάσημη Αρένα της, παρατηρεί και πάλι την παρουσία δύο ατόμων «καθισμένων στο κράσπεδο της μεριάς απέναντί μου που ήταν βυθισμένη μες στο σκοτάδι». «Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ηταν οι ίδιοι νεαροί που εκείνο το πρωινό με παρακολουθούσαν στον σταθμό της Βενετίας. Σαν φρουροί, στεκόντουσαν ακίνητοι στη θέση τους μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Επειτα σηκώθηκαν και αφότου, έτσι μου φάνηκε, υποκλίθηκαν ο ένας στον άλλον, κατέβηκαν τα σκαλιά και εξαφανίστηκαν μες στο σκοτάδι».
Το βράδυ, κατά τη διάρκεια του δείπνου του, ο Ζέμπαλντ θα διαβάσει ένα άρθρο σχετικό με μια άγνωστη, μέχρι τότε, ομάδα, την «Οργάνωση Λούντβιχ», στην οποία αποδιδόταν η ευθύνη για μερικές δολοφονίες, οι πρώτες μιας μακράς σειράς, οι οποίες συνέβησαν στη Βερόνα αλλά και σε άλλα μέρη της Βόρειας Ιταλίας, αρχίζοντας από το 1977. Μεταξύ των θυμάτων υπήρχαν: ένας Τσιγγάνος, ο Γκουερίνο Σπινέλι (τον κάψανε ζωντανό μέσα στο αυτοκίνητό του), ένας ομοφυλόφιλος σερβιτόρος, ο Λουτσιάνο Στεφανάτο (βρέθηκε νεκρός στην Πάντοβα με δύο λεπίδες καρφωμένες στην πλάτη του), και ένας ηρωινομανής, ο Κλάουντιο Κόστα (τον σκότωσαν στη Βενετία με τριάντα μαχαιριές).
Ο Ζέμπαλντ θα φύγει άρον άρον από την Ιταλία για να ξαναγυρίσει ύστερα από εφτά χρόνια, το 1987, «με το σκοπό να ελέγξει καλύτερα τις φευγαλέες αναμνήσεις εκείνης της εποχής».
Το δεύτερο ταξίδι του Ζέμπαλντ στην Ιταλία ξεκινάει και πάλι από τη Βενετία. Θα ακολουθήσει η Πάντοβα, το Ντεσεντσάνο, το Λιμόνε σουλ Γκάρντα και τελικά το Μιλάνο. Στον κεντρικό σταθμό, κάτω από την αψίδα που οδηγεί προς την Πιάτσα Λουίτζι ντι Σαβοΐα, είναι κρεμασμένη μια διαφημιστική πινακίδα της Χερτζ πάνω στην οποία είναι γραμμένη η φράση «Η επόμενη σύμπτωση».
«Είχα ακόμη καρφωμένο το βλέμμα μου σ’ εκείνο το μήνυμα του οποίου ο αποδέκτης μού φαινόταν πως ήμουν εγώ, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκα δύο νεαρούς που, συζητώντας έντονα μεταξύ τους, δείχνανε προς το μέρος μου. Να προσπαθήσω να τους ξεφύγω, ούτε που το σκέφτηκα. Ενιωθα ήδη την αναπνοή τους στο πρόσωπό μου… Μια στροφή όμως πάνω στα τακούνια των παπουτσιών μου και η περιστροφή της τσάντας μου προς τα πίσω – τους πλάκωσε και τους δύο – μου επέτρεψαν να ελευθερωθώ».
Ο Ζέμπαλντ θα μπει σ’ ένα ταξί με σκοπό να φτάσει στο ξενοδοχείο του, αλλά περιέργως η διεύθυνση που θυμάται δεν είναι η σωστή. Φτάνει στο ξενοδοχείο το οποίο πιστεύει πως είναι το δικό του, όμως ο ημίγυμνος άντρας που εκτελεί χρέη ρεσεψιονίστ, ωρυόμενος, τον πληροφορεί πως ουδέποτε είχε καταλύσει εκεί. Συμπτωματικά, λίγα μέτρα παρακάτω, δίπλα σε μια ορθόδοξη εκκλησία, βρίσκεται η ντισκοτέκ «Καπάντος» στην οποία σύχναζαν κυρίως Ρουμάνοι, μέχρι που την πυρπόλησαν, στις 14 Μαΐου 1983, οι δύο της «Οργάνωσης Λούντβιχ», ο Βόλφγκανγκ Αμπελ και ο Μάρκο Φουρλάν, οι σίριαλ κίλερ από τη Βερόνα οι οποίοι, το μόνο που ήθελαν ήταν να τιμωρήσουν «όποιον είχε αρνηθεί τον Θεό». Οι νεκροί από εκείνη την επίθεση ήταν έξι, ενώ οι τραυματίες τριάντα δύο.
Θα μπορούσαν οι δύο της «Οργάνωσης Λούντβιχ» να είναι αυτοί που παρακολουθούσαν τον Ζέμπαλντ στη Βενετία και στη Βερόνα; Οι δυο νεαροί που είχαν σταμπάρει τον μοναχικό ταξιδευτή, ήταν όντως ο Αμπελ και ο Φουρλάν, τα εγκλήματα των οποίων είχαν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του, κατά τη διάρκεια της δεύτερής του επίσκεψης στην Ιταλία;
Αποδείξεις φυσικά δεν υπάρχουν. Ο γερμανός συγγραφέας σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα στις 14 Δεκεμβρίου 2001, ενώ οι δύο της ομάδας «Οργάνωση Λούντβιχ», σήμερα ελεύθεροι, δεν αποδέχτηκαν ποτέ τις κατηγορίες, ούτε καν όταν τους συνέλαβαν στις 4 Μαρτίου 1984, καθώς ετοιμάζονταν να πυρπολήσουν ακόμη μια ντισκοτέκ. Το συμβάν στο Μιλάνο θα αποδειχτεί φανταστικό, καθώς οι δύο δολοφόνοι βρισκόντουσαν ήδη στη φυλακή. Αυτό που απομένει είναι απλώς το «Αίσθημα ιλίγγου» – κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αγρα.