Κάθε δύο χρόνια από το 2000, ο Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπµαν παρουσιάζεται στο Συµβούλιο Χαρίτων της Νέας Υόρκης και ξαναθυµάται τις λεπτοµέρειες από τον φόνο του Τζον Λένον, τον οποίο σκότωσε στις 8 Δεκεµβρίου 1980 το βράδυ. Κάθε φορά, η αίτησή του απορρίπτεται.

«Πήρα µια φρικτή απόφαση, να αφαιρέσω τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου για να ικανοποιήσω τον εγωισµό µου», είπε ο 55χρονος Τσάπµαν στις 7 Σεπτεµβρίου, προσπαθώντας για έκτη φορά να πείσει δύο αξιωµατούχους του Συµβουλίου Χαρίτων να τον αφήσουν ελεύθερο. «Πίστεψα ότι σκοτώνοντας τον Τζον Λένον θα γινόµουν κάποιος. Αντί γι’ αυτό, όµως, έγινα δολοφόνος, και οι δολοφόνοι δεν είναι κάποιοι».

Ο Τσάπµαν ζούσε τότε στη Χαβάη. Επινε πολύ κι έπεφτε σε κατάθλιψη, µια κατάσταση που επιδεινώθηκε ακόµη περισσότερο από τότε που άρχισε να δουλεύει ως φύλακας ασφαλείας στη Χονολουλού. Μια µέρα αγόρασε ένα όπλο και πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου προµηθεύτηκε σφαίρες από ένα φίλο του αστυνοµικό στην Ατλάντα, ο οποίος νόµιζε ότι προορίζονταν για την προστασία του Τσάπµαν.

«Είχα φτιάξει έναν κατάλογο στόχων, και ο Λένον ήταν πρώτος», είπε ο Τσάπµαν. Στον κατάλογο περιλαµβάνονταν ακόµη ο Τζόνι Κάρσον και η Ελίζαµπεθ Τέιλορ, αλλά ο τραγουδιστής των Μπιτλς ήταν πιο «εύκολος».

Η ιδέα να σκοτώσει τον Λένον τού είχε έρθει έναν ή δύο µήνες πριν το κάνει. «Είδα µια ταινία, δεν θυµάµαι τον τίτλο της, αλλά ήταν σηµαντική», είπε (σε µια άλλη περίσταση είχε πει ότι επρόκειτο για τους «Συνηθισµένους ανθρώπους», του Ρόµπερτ Ρέντφορντ). «Μόλις βγήκα από την αίθουσα, τηλεφώνησα στη γυναίκα µου και της είπα κλαίγοντας τι σκόπευα να κάνω. Εκείνη µου ζήτησε να γυρίσω σπίτι και να το συζητήσουµε, κι έτσι εγκατέλειψα προς στιγµήν το σχέδιό µου».

Προς στιγµήν όµως, γιατί δύο µήνες αργότερα θα στηνόταν έξω από το ιστορικό κτίριο Ντακότα της Νέας Υόρκης και θα σκότωνε τον Λένον µπροστά στη Γιόκο Ονο.

Σήµερα ο Τσάπµαν κάνει διάφορες δουλειές στη φυλακή και είναι πρότυπο κρατουµένου. Αν αποφυλακιστεί, λέει πως θα ασχοληθεί µε γεωργικές εργασίες στη Νέα Υόρκη. Ενας δικαστής που µιλά τακτικά µε τη γυναίκα του έχει υποσχεθεί πως θα τον βοηθήσει.

Τριάντα χρόνια µετά τη σύλληψή του, η κακή του φήµη εξακολουθεί να τον καταδιώκει.

«Εύχοµαι να µε είχαν κλείσει στη φυλακή για κάτι άλλο», λέει. «Οποιοσδήποτε θα µπορούσε να είχε κάνει αυτό που έκανα. Ερχεται κόσµος, µου µιλά και µε αντιµετωπίζει κάπως διαφορετικά από τους άλλους. Κι εγώ τους λέω, “δεν είµαι κάτι το ιδιαίτερο, οποιοσδήποτε θα µπορούσε να το έχει κάνει, οποιοσδήποτε θα µπορούσε να έχει τραβήξει τη σκανδάλη”».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από