«Απρίλη, στην Αργαλαστή/ πιάσαν τον Λιόντα τον ληστή/ που ΄χε τα χέρια τέσσερα/ τα πόδια δεκατέσσερα/ κι έβλεπε κι απ΄ την πλάτη/ μ΄ ένα μεγάλο μάτι/ “Τι φταίει που ΄γινες ληστής; ”/ τον ρώτησε ο δικαστής/ “Φταίει που ΄χα χέρια τέσσερα / και πόδια δεκατέσσερα/ μα πιο πολύ το μάτι/ που έβλεπε απ΄ την πλάτη”» Είναι ένα τραγούδι που γράψαμε με τον Λοΐζο προ αμνημονεύτων χρόνων και το πρωτοτραγούδησε ο Νταλάρας- παλικαράκι τότε. Ο «Απρίλης» βέβαια και η «Αργαλαστή» δεν μπήκαν τυχαία. Ο Απρίλης ήταν ο μήνας της δικτατορίας των μαύρων συνταγματαρχών. (Η λογοκρισία μάς εξανάγκασε να βγάλουμε από τη μέση τον Απρίλη. Βάλαμε «Στο Πήλιο»). Όσο δε για την «Αργαλαστή», είναι το ιστορικό κεφαλοχώρι του Πηλίου που είχε υφαντουργικό συνεταιρισμό επί Τουρκοκρατίας (!) και του οποίου Σχολάρχης υπήρξε ο Βάρναλης, σε μια κρίσιμη περίοδο.
Εδώ η λογοκρισία δεν παρενέβη.
Εκείνα τα χρόνια (δεκαετία του ΄60) ο πιο στενός μου φίλος- και κουμπάρος μου- ήταν ο Γιώργος Κουπαρούσος.
Σπουδαίος άνθρωπος, καλλιεργημένος, φαρμακοποιός, αριστερός, λάτρης του Λεωνίδα Κύρκου. Είχαμε μια παρέα μεγάλη τότε. Ανάμεσα στα μέλη της, ο Γ. Βότσης, ο Κ. Σοφούλης, ο Α. Δάνος, ο Στρ. Ζαχαριάδης κ.ά. Αμέσως μετά την έκρηξη της δικτατορίας Κουπαρούσος και Σοφούλης συνελήφθησαν, ο Βότσης έφυγε κρυφά στο Λονδίνο, εγώ ήμουν στη Γερμανία.
Κουπαρούσος και Σοφούλης φυλακίστηκαν. Ο πρώτος, μετά τη δικτατορία, άνοιξε ένα φαρμακείο. Και όχι στην Αθήνα όπου η οικογένειά του είχε φαρμακαποθήκη με καλό όνομα. Διάλεξε την… Αργαλαστή.
Μια νύχτα, με φοβερή βροχή, καθώς οδηγούσε το αυτοκίνητό του για να πάει προς το Πήλιο, το αυτοκίνητό του συγκρούστηκε με κάποιο άλλο. Και ο Γιώργος, ο «Λιόντας» του τραγουδιού, που «έβλεπε κι απ΄ την πλάτη»- ιδιοφυές, όντως, πρόσωπο και γενναίο- σκοτώθηκε.
Έχω στα χαρτιά μου ένα ολόκληρο ντοσιέ με κείμενα του Κουπαρούσου. Αντιγράφω μία παράγραφο από ένα κείμενο για το Στρατοδικείο: «Τους πολιτικούς κρατούμενους τους φέρναν από του Αβέρωφ στο Στρατοδικείο, στις κλασικές κλούβες της Χωροφυλακής. Παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα για τους χωροφύλακες: γιατί βάζουν πάντα αυτούς να κάνουν αυτές τις αισχρές δουλειές; Δεν εξεγείρεται, μα ποτέ, η συνείδηση ενός χωροφύλακα;
Συνέβη, κάποιες φορές, ένας χωροφύλακας να μη μου σφίξει πολύ τις χειροπέδες, πριν με βάλουν στην κλούβα. Αυτός, κατά γενικήν ομολογία, εθεωρείτο “καλός”.
Πόση καλοσύνη υπάρχει στον Έλληνα αγωνιστή! Ψάχνει συνεχώς να βρει λόγους για να δικαιολογήσει τον χωροφύλακα, που κι αυτός παιδί του λαού είναι…».
Σχόλια







