Όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε φίλους που θεωρούν τη βότκα το «ποτό» τους, εκείνοι

ποτέ δεν παραγγέλνουν γενικά. Με σιγουριά θα ζητήσουν ένα μαρτίνι με Stoli,

screwdriver με Smirnoff, ένα Grey Goose σκέτο ή με πάγο και πάει λέγοντας. Στα

μπαρ η βότκα παρουσιάζεται σχεδόν σαν θρησκευτικό αντικείμενο: στα πιο σικ

μπαρ του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης τα μπουκάλια της βότκας στέκονται σαν

γυάλινα είδωλα στη σειρά, ώστε τα δροσερά στην όψη μπουκάλια να θυμίζουν

βιτρό. Το φόντο είναι συνήθως μαύρο, για να δώσει ένα… δραματικό εφέ. Το

ντιζάιν των μπουκαλιών είναι ολόκληρη επιστήμη. Ακόμα και ο πασίγνωστος

αρχιτέκτονας Frank Gehry έχει σχεδιάσει το μπουκάλι μιας βότκας, της

πολωνέζικης Wyborowa: μοιάζει με στριφογυρισμένο ουρανοξύστη. Άλλες φιάλες

είναι φτιαγμένες από ανοιχτό μπλε γυαλί, άλλες από εντυπωσιακό μπλε κοβαλτίου,

άλλες από πανάκριβο αυστριακό γυαλί.

Ούτε οι πιο γνωστοί οινοποιοί του κόσμου δίνουν τόση σημασία στην

εμφάνιση των προϊόντων τους. Και όλο αυτό για ένα ποτό το οποίο έχει ουδέτερο

άρωμα, ουδέτερη γεύση, ουδέτερο χαρακτήρα και είναι άχρωμο. Γιατί άραγε στις

περισσότερες μεγαλουπόλεις του κόσμου η βότκα θεωρείται τόσο… σέξι;

H «ουδέτερη» βότκα, όμως, μας ξεγελάει. Παρουσιάζεται (από καθόλου ουδέτερους

ειδικούς του μάρκετινγκ) ως το πιο «in» ποτό στον κόσμο. Είναι; Σε τελευταία

ανάλυση η βότκα είναι το τέλειο ποτό για κοκτέιλ, κάτι που ταιριάζει σχεδόν με

οτιδήποτε αναμειγνύεται. Δεν έχει δυνατή γεύση, όπως το ουίσκι, που απαιτεί

γνώσεις για να το απολαύσει κανείς. Στο εξωτερικό έχω δει βότκα φτιαγμένη από

ειδικές πολωνέζικες πατάτες, βότκα από το κρυστάλλινο νερό μιας σουηδικής

λίμνης, βότκα φιλτραρισμένη σε σκόνη διαμαντιών, βότκα από στάρι και από

σίκαλη και αμέτρητα είδη βότκας που δεν γράφουν κανένα στοιχείο παραγωγής στην

ετικέτα τους. Όλα αυτά τα είδη, όμως, είναι πολύ μακριά από τις ταπεινές ρίζες

της βότκας.

Το ποτό αυτό πρωτοφτιάχτηκε περίπου πριν από 600 χρόνια στη «ζώνη» της

βότκας, την Ανατολική Ευρώπη (Βαλτικές Χώρες, Ρωσία, Φινλανδία, Πολωνία και

Σουηδία). H παρασκευή της είναι απλή: αφήνουμε να φτάσουν στο στάδιο της

ζύμωσης δημητριακά, φρούτα, ακόμα και λαχανικά, και στη συνέχεια κάνουμε

απόσταξη. Αντίθετα με το ουίσκι, η βότκα δεν χρειάζεται ωρίμαση σε βαρέλι.

Ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω εάν η βότκα από πατάτες είναι ανώτερη από

αυτήν που γίνεται από δημητριακά. Τα χαρακτηριστικά της βότκας αλλάζουν,

ανάλογα με την πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται. H βότκα από πατάτα, για

παράδειγμα, είναι λίγο πιο γλυκιά και ήπια στον ουρανίσκο από αυτήν που

γίνεται από δημητριακά. H βότκα από σίκαλη έχει κάτι σχεδόν το πικάντικο στη

γεύση της. H πολύ ακριβή βότκα συνήθως είναι πιο απαλή απ’ ό,τι η πιο φθηνή,

«σκληρή» βότκα. Παραδόξως, όμως, σε μια πρόσφατη… τυφλή γευσιγνωσία των

δημοσιογράφων της γεύσης των «New York Times», επέλεξαν τη Smirnoff ως πρώτη

στη γεύση. Ίσως αυτό λέει κάτι για τη φανφάρα γύρω από τη βότκα. Πάντως σε μια

καλή βότκα διακρίνονται ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν είναι εντελώς

άοσμη, για παράδειγμα. Περιέχει στοιχεία όπως εσπεριδοειδή και μπαχαρικά. H

υφή είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της βότκας και μπορεί να διαφέρει από

«λεπτή» μέχρι «γεμάτη» και σχεδόν «παχύρρευστη». Ορισμένα είδη βότκας είναι

πιο «καθαρά» στον ουρανίσκο από άλλα, κάτι που οφείλεται στο νερό το οποίο

χρησιμοποιούν στην παρασκευή της – όπως, ας πούμε, τα αγνά νερά από τις

κρυστάλλινες λίμνες του Βορρά.

Το φιλτράρισμα παίζει ρόλο, επίσης, ή τουλάχιστον έτσι λένε. Τώρα εάν

μια βότκα έχει περαστεί από διαμαντένια σκόνη, ή από κουάρτς, ή από φυσικό

κάρβουνο (όπως η Stoli), δεν είμαι σίγουρη ότι θα το καταλάβω…

H σωστή εκτίμηση της γεύσης της βότκας επιτυγχάνεται όταν το ποτό είναι σε

θερμοκρασία δωματίου και πίνεται σκέτο, χωρίς καμία προσθήκη χυμού κ.λπ. Άρα,

η συνήθεια του να παγώσουμε τη βότκα προτού την απολαύσουμε, μάλλον αλλοιώνει

όποια γευστικά στοιχεία έχει ή δεν έχει αυτό το απλό απόσταγμα.

«Ευέλικτο» ποτό για κοκτέιλ

H βότκα είναι ίσως το ποτό που χρησιμοποιείται περισσότερο σε κοκτέιλ,

ταιριάζει εύκολα με άλλα πνευματώδη και με χυμούς. Δοκιμάστε 15 ml βότκα

ανακατεμένη με 15 ml τζιν, 15 ml λευκό ρούμι και 90 ml σαμπάνια. Ρίξτε λίγο

χυμό βύσσινο και μία φέτα λάιμ. Ένα ελαφρύ κοκτέιλ επίσης γίνεται με μια

σταλιά βερμούτ (ξηρό), 120 ml βότκα, 90 ml σαμπάνια και λίγο λικέρ κεράσι.

Για τα κοκτέιλ, γενικά, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσει κανείς μια απλή

και οικονομική βότκα. Τα κοκτέιλ με ποιοτικές (και ακριβές) βότκες είναι, για

μένα, σπατάλη από κάθε άποψη. Το ίδιο πιστεύω όσον αφορά το θέμα της ψύξης της

βότκας. H κατάψυξη σκοτώνει τις γευστικές χροιές της και είναι σπατάλη να

παγώσουμε μια ακριβή βότκα.

H άνοδος και η πτώση της κατανάλωσης

H… κουλτούρα της βότκας στην Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική απ’ ό,τι σε

περισσότερο «ώριμες» αγορές του εξωτερικού. Στην Αμερική, για παράδειγμα, οι

πότες βότκας τείνουν να είναι φανατικοί και εκφράζουν αξιοθαύμαστη αφοσίωση

στη «μάρκα» τους, όποια και να είναι αυτή. «Εδώ είμαστε ακόμα στο γενικό

στάδιο της βότκας με πορτοκάλι», λέει ο οινοποιός Στέλιος Μπουτάρης, ο οποίος

είναι πάντα ενήμερος για το τι γίνεται στον κόσμο του ποτού στην Ελλάδα.

Μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο η κατανάλωση της βότκας παρουσιάζει μεγάλη άνοδο

τα τελευταία χρόνια, ενώ στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με πληροφορίες που

δημοσιεύονται στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Wine & Spirit

International», μάλλον σημειώνει πτώση. Τα τελευταία πέντε χρόνια η κατανάλωση

των σκληρών ποτών αυξάνεται λίγο, περίπου 1%, και η βότκα χάνει έδαφος από την

τεκίλα και τα φρουτώδη λικέρ.

H θέση της βότκας στην ελληνική αγορά δεν οφείλεται τόσο στο γούστο του κόσμου

όσο στην ιδιοτροπία της ίδιας της αγοράς. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουν

γίνει πολύ δυνατές καμπάνιες και αυτό επειδή τα πλέον δημοφιλή είδη βότκας του

κόσμου δεν ανήκουν στους μεγάλους παίκτες των οινοπνευματωδών ποτών στην

Ελλάδα. H πιο δημοφιλής βότκα εδώ είναι η Stolichnaya. Στο εξωτερικό τη

διανέμει η Seagrams και η Pernod, αλλά στην Ελλάδα απ’ ό,τι μου είπε κάποιος

γνώστης των πραγμάτων δεν ξέρει κανείς ακριβώς ποιος την έχει. Ένας Ρώσος που

κάποτε ήταν στέλεχος της εταιρείας στη Ρωσία την είχε. Τώρα κάποιος άλλος. H

Absolute είναι επίσης πολύ αγαπημένη μάρκα. H Smirnoff, από τις μεγάλες μάρκες

έξω, εδώ δεν έχει περπατήσει πολύ, όπως επίσης άλλες, όπως το Grey Goose, που

παραμένει άγνωστη εδώ ενώ στη Νέα Υόρκη κάνει πάταγο. Παραδόξως, στην Ελλάδα η

βότκα «no-name» πάει καλά, όπως η Serkova, που στο εξωτερικό είναι παγκοσμίως άγνωστη.

Μαύρες ταλιατέλες με καπνιστό σολομό και βότκα

Για 4-6 μερίδες

* 2 κτ σούπας ελαιόλαδο

* 2 κτ σούπας βούτυρο

* 1 μέτριο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο

* 1 σκελίδα σκόρδο

* 1 κοφτή κουταλιά αλεύρι

* 1 φλιτζάνι ζωμό κότας ή ψαριού

* 1 ½ φλιτζάνι κρέμα γάλακτος

* 2 κτ γλυκού χυμό λεμονιού

* 150 γρ. σολομό, κομμένο σε μικρά κομμάτια ή λεπτές, μικρές λωρίδες

* 3 κτ σούπας βότκα

* Αλάτι και φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι

* Λίγο άνηθο ή μαϊντανό, ψιλοκομμένο, για γαρνιτούρα

* Ροδέλες λεμονιού για γαρνιτούρα

* 1 πακέτο ταλιατέλες μαύρες

1. Ζεσταίνουμε το λάδι και το βούτυρο σε ένα μεγάλο τηγάνι και

σοτάρουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο σε χαμηλή φωτιά 5-6 λεπτά μέχρι να

μαλακώσουν. Πασπαλίζουμε με αλεύρι και συνεχίζουμε το μαγείρεμά τους για άλλα

4-5 λεπτά.

2. Προσθέτουμε τον ζωμό και την κρέμα. Ανακατεύουμε σε μέτρια φωτιά.

Όταν αρχίσει να πήζει προσθέτουμε τον σολομό και τέλος τη βότκα. Ψήνουμε,

ανακαταεύοντας, για 4-5 λεπτά ακόμα, σε χαμηλή φωτιά. Προσθέτουμε εάν

χρειαστεί ακόμα λίγο ζωμό ή νερό. Αλατίζουμε, πιπερώνουμε και σερβίρουμε.

3. Καθώς ετοιμάζουμε τη σάλτσα, βράζουμε και τις ταλιατέλες σε μια

μεγάλη κατσαρόλα με μπόλικο αλατισμένο νερό. Στραγγίζουμε και σερβίρουμε,

γαρνιρισμένες με λίγο μαϊντανό ή άνηθο και ροδέλες λεμονιού.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.