Οι παροικούντες την εκπαιδευτική Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι το σύστημα των
Πανελλαδικών Εξετάσεων - παρά τις όποιες διορθωτικές πλην όμως περιστασιακές
και σπασμωδικές παρεμβάσεις έχουν γίνει από την εφαρμογή του μέχρι σήμερα -
είναι αδύνατον να θεραπευθεί και προπάντων να συντηρηθεί ως μηχανισμός
εισαγωγής υποψηφίων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και ως κριτήριο επιλογής των
μελλοντικών επιστημόνων. Τα αρνητικά βιώματα των εμπλεκόμενων σ' αυτό και οι
ψυχροί αριθμοί των συνοδευτικών στατιστικών επιβεβαιώνουν τη χρεοκοπία του και
καθιστούν άμεση και επιτακτική την ανάγκη αντικατάστασής του για μια σειρά από
λόγους.


1. Γιατί συντηρεί τον ομφάλιο λώρο με το Λύκειο - μια βαθμίδα
εκπαίδευσης παγιδευμένη εξαιτίας του στη λογική των εξετάσεων - καθώς τρέφεται
από τις σάρκες του, χωρίς προοπτική απογαλακτισμού και αυτονόμησής του.
Μετατρέπει έτσι το Λύκειο σε έναν διαρκή εξεταστικό και βαθμοθηρικό μηχανισμό,
συρρικνώνοντας τον ρόλο του τόσο από γνωστική όσο και από παιδαγωγική άποψη.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι η πρόσφατη κατάργηση των εξετάσεων της B' Λυκείου σε
πανελλαδικό επίπεδο δεν εμφύσησε πνοή ζωής αλλά καταγράφηκε στη συνείδηση των
διδασκόντων και των διδασκομένων ως εμπειρία μιας ιδιότυπης χαλάρωσης πριν από
την τελική εξεταστική ευθεία. Στην ήδη «χαμένη» από καιρό Γ' Λυκείου
προστέθηκε η απώλεια της ενδιάμεσης λυκειακής τάξης, στον βαθμό που η
κατάργηση συνέβαλε στην αποδιοργάνωση της μαθησιακής ετοιμότητας και στην
άμβλυνση της απαραίτητης εγρήγορσης των μαθητών της.


2. Γιατί βαυκαλίζεται ότι παρέχει σφαιρική και ολόπλευρη μόρφωση,
φιλόδοξη πρόθεση, που όμως στη σχολική πράξη αναιρείται και εξανεμίζεται με τη
διαβάθμιση των διδασκόμενων μαθημάτων σε γνωστικές περιοχές τριών ταχυτήτων.
Αποτέλεσμα, η σύστοιχη κλιμάκωση του ενδιαφέροντος των μαθητών, που εύλογα
εστιάζεται πρωτευόντως στα μαθήματα Κατεύθυνσης, δευτερευόντως στα Γενικής
Παιδείας, απαξιώνοντας τα ενδοσχολικώς εξεταζόμενα ως περιττά και επομένως
απορριπτέα. Αυτή η αυστηρή ιεράρχηση των μαθημάτων επηρεάζει συνακολούθως και
ορισμένες καθηγητικές ειδικότητες, των οποίων το γνωστικό πεδίο δεν αποτελεί
αντικείμενο εξέτασης σε πανελλαδικό επίπεδο με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του
ρόλου τους και την ενίσχυση της αντίληψης στη συνείδηση των μαθητών ότι
πρόκειται για ειδικότητες γνωστικά αδικαίωτες και μαθησιακά ακαταξίωτες.


3. Γιατί παράγει στρατιές πλασματικά άριστων αποφοίτων, προκειμένου να
ενισχυθούν στην πρόσβασή τους στα AEI και TEI. Εξανεμίζεται έτσι η αξία του
Εθνικού Απολυτηρίου και εμπεδώνεται η λογική της ισοπέδωσης των μαθητών της
τελευταίας λυκειακής τάξης - μέχρι πρότινος και της ενδιάμεσης - που
αντιβαίνει στην αρχή της αξιοκρατίας και επομένως στην κλιμάκωση της
βαθμολογίας που αυτή συνεπάγεται. Αποδυναμώνεται με αυτόν τον τρόπο η όποια
πρόθεση του καθηγητή για αντικειμενική αξιολόγηση και τίθεται σε δοκιμασία η
ηθική του συνείδηση, για να υποκύψει τελικά στις βαθμοθηρικές επιταγές του
συστήματος, που τη θέλει ελαστική και επιεική απέναντι στις επιδόσεις του
μαθητή-υποψηφίου. H επιείκεια όμως συνιστά μορφή αδικίας.


4. Γιατί εισάγει στο Πανεπιστήμιο υποψηφίους με ισχνότατες και
απαξιωτικές για έναν μελλοντικό επιστήμονα επιδόσεις - τουλάχιστον σε μερικές
Σχολές - επικαλούμενο ως τροχοπέδη μία επί της ουσίας τεχνητή και πεποιημένη
δέσμευση, τον προκαθορισμένο αριθμό εισακτέων. Όμως με τον τρόπο αυτό
αυτοϋπονομεύεται, αυτοδιασύρεται και εν τέλει αυτοενεχυριάζεται. H καθιέρωση
εξάλλου της βάσης ως minimum επίδοσης από την επόμενη εξεταστική περίοδο - αν
και ως μέτρο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση - δεν διασφαλίζει την
αναβάθμιση του επιπέδου, στον βαθμό που το κύρος μιας πανεπιστημιακής σχολής
οφείλει να απαιτεί.


5. Γιατί συντελεί - με την άκριτη ανάπτυξη του φοιτητικού πληθυσμού -
στην περαιτέρω διόγκωση ενός ήδη διαμορφωμένου επιστημονικού προλεταριάτου,
που βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας,
συμβάλλοντας στο μέτρο που του αναλογεί στην επιδείνωση του προβλήματος της
ανεργίας. Όσο και αν, προϊόντος του χρόνου, η ελληνική κοινωνία συνειδητοποιεί
ότι η κοινωνική καταξίωση, που προσφέρει ένας πανεπιστημιακός τίτλος δεν
συνεπάγεται απαραίτητα και την επαγγελματική αποκατάσταση, δεν παύει το
σύστημα επιλογής υποψηφίων για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να «εμπορεύεται» τις
ελπίδες και τα όνειρα των νέων και των οικογενειών τους, καθώς αυτά
συνθλίβονται τελικά στις μυλόπετρες μιας αδήριτης κοινωνικοοικονομικής
πραγματικότητας, που αδυνατεί να τους απορροφήσει.


Αν και η νεοελληνική πανεπιστημιομανία - ως απόρροια ιστορικών και
κοινωνικοπολιτικών αιτιών και νοοτροπία σύμφυτη με την ίδρυση του νεοελληνικού
κράτους - είναι δύσκολο να απαλειφθεί, προσφυέστερο ανάχωμα απέναντι σ' αυτήν
δεν μπορεί να υπάρξει από την εισήγηση και την εφαρμογή ενός συστήματος
εισαγωγής στα AEI και TEI εκλογικευμένου και προσαρμοσμένου κατά το δυνατόν
στις πραγματικές εργασιακές ανάγκες, απαλλαγμένου από τον υφέρποντα λαϊκισμό
του τωρινού και προπάντων με έτοιμους τους εισηγητές και ρέκτες του να
αναλάβουν το πολιτικό κόστος που αυτό συνεπάγεται.


H συνειδητοποίηση της χρεοκοπίας και του αδιεξόδου του ισχύοντος συστήματος
καθιστά άμεσα αναγκαία την εκδήλωση ισχυρής και ενιαίας πολιτικής βούλησης για
αλλαγή του, όχι με τη λογική της περιστασιακής αντιμετώπισης και των
αποσπασματικών παρεμβάσεων αλλά με τη λογική της συνεκτικής στρατηγικής και
του μακροπρόθεσμου ανασχεδιασμού σύνολης της ελληνικής εκπαίδευσης, μέρος της
οποίας αποτελεί. Άλλωστε ο τρώσας και ιάσεται.


H Χριστίνα Κόκκοτα είναι φιλόλογος - θεατρολόγος.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από