|
|
|
Το Μέγαρο Βόγα στη συμβολή των οδών Τσιμισκή και Βενιζέλου, στην εμπορική «καρδιά» της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα. Χρόνια πριν στο ίδιο κέντρο, σύμφωνα με νέα ντοκουμέντα, ανθούσε το δουλεμπόριο και κυκλοφορούσαν δραγουμάνοι που είχαν απλώς εξαγοράσει τη διπλωματική ιδιότητα…
|
Μέσα από ανασκαφικά δεδομένα, που για πρώτη φορά συνδέονται με την
επιχειρηματική δράση, μεταφρασμένα οθωμανικά έγγραφα, αρχεία της Πολεοδομίας
και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, αλλά και προσωπικές
συνεντεύξεις με απογόνους επιχειρηματιών της Θεσσαλονίκης, αποκαλύπτεται η
αδιάλειπτη επιχειρηματική ζωή 23 αιώνων, οι οικονομικές δραστηριότητες στην
τετράτομη «Ιστορία της Επιχειρηματικότητας».
«Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μία τόσο συστηματική επιστημονική μελέτη σε
σχέση με τα οικονομικά και επιχειρηματικά δεδομένα της Θεσσαλονίκης όχι όμως
σε θεωρητικό, αλλά σε προσωπογραφικό επίπεδο», λέει στα «NEA» ο ιστορικός
Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο οποίος είχε και την επιμέλεια της έκδοσης. «Όταν
ξεκινήσαμε, υπολογίζαμε μόνο το ένα τρίτο της έρευνας, αλλά το υλικό που
ανακαλύψαμε μας ανάγκασε να την επεκτείνουμε».
Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις ανατρέπουν τα έως
σήμερα ιστορικά δεδομένα. «Μέσα από τα αρχεία της Πολεοδομίας, διαπιστώσαμε
ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής κυριαρχούσαν τα βακούφια, τα
οποία συνιστούσαν μια μορφή φεουδαρχίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη
Βενιζέλου μέχρι την περιοχή του Βαρδάρη οι εκτάσεις ανήκαν σε ισλαμικά
ιδρύματα. Υπήρχαν και χριστιανικά βακούφια που ανήκαν κυρίως σε μοναστήρια στα
οποία μπορούσε κανείς να έχει κτίσει, χωρίς όμως να του ανήκει η έκταση».
Στην εκδοτική προσπάθεια, για την οποία εργάστηκαν επί πέντε χρόνια 25
επιστήμονες, μνημονεύονται 10.000 άτομα που δραστηριοποιήθηκαν σε
επιχειρήσεις. «Από τη μελέτη προκύπτει ότι τουλάχιστον στη νεώτερη ιστορία οι
κάπου 70 επιφανείς οικογένειες επιχειρηματιών φρόντιζαν να συνδέονται και με
εξ αγχιστείας σχέσεις. Οι περισσότεροι προέρχονταν από τη Δυτική και Κεντρική
Μακεδονία, ενώ οι πλειονότητα των απογόνων τους δεν είναι επιχειρηματίες και
ζουν στην Αθήνα ή στο εξωτερικό», λέει ο κ. Χεκίμογλου.
Πολιτικό μέσον για ανάληψη δημοσίων έργων
|
«Ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι τον 18ο αιώνα η Θεσσαλονίκη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής και εμπορίας γούνας στα Βαλκάνια», λέει στα «NEA» ο ιστορικός Ευάγγελος Χακίμογλου
|
Μία χαρακτηριστική περίπτωση χρήσης… «μέσου» για ανάληψη δημόσιου έργου
καταγράφεται το 1919. H οικογένεια Χατζηδημούλα ήθελε να ιδρύσει την εταιρεία
Βιομηχανική Εστία στην περιοχή Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, για παραγωγή
γεωργικών εργαλείων. Ο Λουκάς Χατζηδημούλας περιγράφει: «Πολύ καλός φίλος της
οικογένειας ήταν ο μετέπειτα γερουσιαστής Δημήτριος Χατζόπουλος. Είχε
αποφασιστεί να γίνει διαγωνισμός για να κατασκευαστούν χυτά άροτρα. Ο
Χατζόπουλος πήγε εκ μέρους του Ηρακλή Χατζηδημούλα στον Βόλο, όπου βρισκόταν η
χαλυβουργία Καζάζη, με πρόταση να “χτυπήσουν” μαζί τη δημοπρασία, αν δεχθεί το
Δημόσιο να γίνουν ελατά και όχι χυτά τα άροτρα (τα ελατά θα ήταν πιο
ανθεκτικά, αλλά και με χαμηλότερο κόστος). Πράγματι το κατάφεραν και κέρδισαν
τον διαγωνισμό. Με την προκαταβολή αγόρασαν την έκταση, στην οποία κτίστηκε το μηχανουργείο».
Οι πειρατές συνέλεγαν «δούλους»
Το δουλεμπόριο ήταν μία από τις πλέον δημοφιλείς επιχειρηματικές
δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη την οθωμανική περίοδο. Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση αγοραπωλησίας, το 1695 -όπως προκύπτει από την «Ιστορία της
Επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη»- ενός άνδρα γερμανικής καταγωγής ονόματι
Χανς, η οποία κατέληξε στα δικαστήρια, όταν τα αφεντικά του διαπίστωσαν ότι
ήταν τυφλός!
Σύνηθες φαινόμενο δε ήταν η εξαγορά ανθρώπων που έπεφταν θύματα – Μαλτέζων,
συνήθως – πειρατών. Κυρίως Εβραίοι, αλλά και μουσουλμάνοι και χριστιανοί,
πλήρωναν τα λύτρα στους πειρατές και στη συνέχεια είτε πωλούσαν τους
«σκλάβους» στους συγγενείς τους είτε τους κρατούσαν ως δούλους ώσπου να
ξεπληρώσουν το χρέος τους. Ωστόσο, έχει καταγραφεί και η περίπτωση του Αντόν
υιού Γιάννου, εμπόρου από τη Γαλλία, ο οποίος αγόρασε για 142 γρόσια τον
Μεχμέτ, αιχμάλωτο στρατιώτη, τον οποίο και απελευθέρωσε, όταν εκείνος κατάφερε
να του εξοφλήσει το ποσό.
Οι δραγουμάνοι και τα «λαδώματα»
Στην οθωμανική περίοδο συνηθιζόταν εύποροι χριστιανοί να εξαγοράζουν τη
διπλωματική ιδιότητα και τον τίτλο του δραγουμάνου. Με τον τρόπο αυτό
εξασφάλιζαν την προστασία που απολάμβαναν οι Οθωμανοί υπήκοοι και οι επίσημοι
διπλωματικοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και φορολογικές απαλλαγές.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλέξιου, υιού Ευθυμίου Γούτα, ο οποίος το
1743 έγινε δραγουμάνος του βενετικού προξενείου. Ύστερα από τέσσερα χρόνια
διατυπώθηκαν εναντίον του κατηγορίες, διότι δήλωσε ως δήθεν υπηρέτες του τρεις
ιδιώτες κτηματίες, ένας από τους οποίους επρόκειτο να γίνει γαμπρός του. Οι
«υπηρέτες» με τη σειρά τους, επέκτειναν τη διπλωματική προστασία σε άλλα
πρόσωπα. Αυτά τα προνόμια εξόργιζαν τους χριστιανούς, στους οποίους
επιμεριζόταν ο φόρος. Έτσι, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ξυλοδαρμών εις βάρος
δραγουμάνων που αρνούνταν να πληρώσουν την εισφορά τους, καθώς και περιστατικά
στα οποία γουνοποιοί «λάδωναν» τον κατή (δικαστή), αλλά και όλους τους
υπαλλήλους υπό αυτόν, να τους φυλακίσουν παρά την -αγορασμένη- διπλωματική
τους ασυλία.
Τέρμα οι γούνες από ερμελίνα!
Τον Νοέμβριο του 1753 ο τότε μητροπολίτης Γαβριήλ Καλλιμάχης απαγόρευσε στους
χριστιανούς να φορούν γούνες από ερμελίνα, κεντητές ζώνες και μεταξωτά
ενδύματα. Το μέτρο οφειλόταν μάλλον στην εξέγερση των γενιτσάρων της
Θεσσαλονίκης -η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Και οι χριστιανοί δεν έπρεπε να
προκαλούν με την αμφίεσή τους. Ωστόσο, οι δραγουμάνοι Νικόλαος Κυράνης και
Γιώργος Στογιάννης, οι οποίοι δεν κατέβαλαν και εισφορές στη χριστιανική
κοινότητα, δεν συμμορφώθηκαν και ο μητροπολίτης τούς απαγόρευσε την είσοδο σε
εκκλησίες. Ενώ Έλληνες πρόκριτοι κατηγόρησαν τον Κυράνη στις οθωμανικές αρχές
ως ταραχοποιό και άθρησκο. Τελικά, σώθηκε με την παρέμβαση εμπόρων που
συνυπέγραψαν υπερασπιστήριο έγγραφο, που υπέβαλαν στη βενετική πρεσβεία της
Κωνσταντινούπολης.
10 τ.μ. εντιμότητας
Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε μεγάλο τμήμα της
Θεσσαλονίκης, άρχισε μία προσπάθεια καταγραφής των ιδιοκτησιών. Ένας
τσαγκάρης, ονόματι Βασίλης, στον οποίο είχαν χρεωθεί ως ιδιοκτησία 35
τετραγωνικά μέτρα, απευθύνθηκε στο γραφείο της Πολεοδομίας λέγοντας ότι του
αναλογούσαν μόνο 25. Όπως εξήγησε, τα άλλα 10 ανήκαν στον γείτονά του, Μεχμέτ,
που έλειπε στην Τουρκία και δεν ήταν σωστό να του τα κλέψει!
INFO
«Ιστορία Επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη», Έκδοση της Πολιτιστικής
Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος (τηλ. 210-551.754). Σελ. 2.300. Τιμή:
160 ευρώ.










