Ήθελα να γράψω για την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρά Δευτέρα,
με τους χαρταετούς, τις ξεροψημένες λαγάνες και τον υπέροχο χαλβά του φίλου
μου του Νίκου, στη Δραπετσώνα. Ήθελα να γράψω για την ορκωμοσία του Κάρολου
Παπούλια και την αμηχανία των πολιτικών, μα και των κληρικών. Ήθελα να γράψω
για τον Κωστή Στεφανόπουλο, που μας αποχαιρέτησε. Ήρθε, όμως, ο κεραυνός,
«πέντε η ώρα που βραδιάζει»: πέθανε ο Σταύρος Κουγιουμτζής! Ένας σπουδαίος
συνθέτης, ένας εξαιρετικός οικογενειάρχης, ένας τρυφερός άνθρωπος. Σπάνιος.


Μου τηλεφώνησε η Αιμιλία, η γυναίκα του, το μεσημέρι του Σαββάτου: «Ο Σταύρος
δεν είναι καλά. Έμφραγμα! Τον έχουν στην Εντατική. Ελπίζουν ότι θα τα
καταφέρει». Νέο τηλεφώνημα στις 5, με την αδελφή της: «Κάναμε μια επέμβαση και
όλα πήγαν καλά». Σε μισή ώρα με πήρε η κόρη του, η Μαρία: «Τον χάσαμε!» Κι
άρχισε να κλαίει σπαραχτικά.


Κόσμος και ντουνιάς έχει φύγει από τον χώρο του τραγουδιού, τις τελευταίες
δεκαετίες: Τσιτσάνης, Καλδάρας, Μητσάκης, Χατζιδάκις, Ζαμπέτας, Παπαϊωάννου,
Διονυσίου, Ξυλούρης, M. Αγγελόπουλος, Γκάτσος, Δασκαλόπουλος, Πυθαγόρας,
Δερβενιώτης, Λοΐζος. Και τώρα, ο Κουγιουμτζής. Που τα τραγούδια του είχαν
φτάσει ψηλά, έναν νεαρό, τότε, τραγουδιστή, τον Γιώργο Νταλάρα, γιατί είχαν
ξαφνιάσει, με τη λαϊκή τους δύναμη και την καθαρή, σε κάθε περίπτωση,
ενορχηστρωτική τους λύση.


Δεκάδες οι επιτυχίες του Σταύρου. Τις τραγουδούσε όλη η Ελλάδα: «M' έκοψαν, με
χώρισαν στα δυο», «Κάπου νυχτώνει», «Όλα καλά κι όλα ωραία», «Ήταν πέντε, ήταν
έξι», «Ο ουρανός φεύγει βαρύς», «Το πουκάμισο το θαλασσί», «Μη μου θυμώνεις
μάτια μου», «Πού 'ναι τα χρόνια», «Κάποιος χτύπησε την πόρτα», «Στα χρόνια της
υπομονής», «Τώρα που θα φύγεις», «Ήσουν ωραία», «Ένας κόμπος η χαρά μου», «Στα
ψηλά τα παραθύρια», «Τα σκούρα μάτια», «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά», «Δίχως
την καρδούλα σου», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», «Το κόκκινο φουστάνι», «Δίψασα
στην πόρτα σου», «Ανέβηκα τη σκάλα» κ.ά.


Ο Χατζιδάκις μου 'λεγε τα καλύτερα λόγια. Ο Θεοδωράκης τον εκτιμούσε πολύ. Το
ίδιο και ο Μαρκόπουλος. Ήταν σοβαρός άνθρωπος, με αρχές, με πεποιθήσεις.
Δούλεψε σκληρά τη «νύχτα», ως πιανίστας, για να τα φέρνει βόλτα. Σπούδασε μέσα
στις στερήσεις. Έκανε με το «καλημέρα» μια τεράστια επιτυχία («Να 'τανε το
Εικοσιένα») και ποτέ δεν σήκωσε μύτη. Κι όταν αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα
κέντρο με «άλλου είδους τραγούδια», επί χούντας, ήταν ο πρώτος στο κάλεσμά μας
(Λοΐζος, Νεγρεπόντης, Λεοντής, Κηλαηδόνης, Γλέζος).


Ήρθε στην Αθήνα, του άνοιξαν όλες οι πόρτες, οι δημοσιογράφοι τρέχαν από πίσω
του, αλλ' αυτός ούτε συνεντεύξεις έδινε ούτε δημόσιες σχέσεις είχε στον νου
του. Κάποια στιγμή, τα μάζεψε κι έφυγε στην πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, όπου
«τα 'βρισκε» με τον εαυτό του και ζούσε ήρεμος κι ευτυχισμένος. Ίσαμε το
περασμένο Σάββατο.


Καλό ταξίδι, φίλε μου...

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από