Σκηνή από την παράσταση «Το σχολείο των γυναικών» που παίζεται στο θέατρο της

«Οδού Κυκλάδων»

Ο Δον Ζουάν είναι ένας Λιμπερτίνος, άνθρωπος χωρίς αρχές ή αν θέλετε ένας

άνθρωπος που θεμελιώνει τις προσωπικές του αρχές πάνω στις επιθυμίες του. Από

την άλλη ο Αρνόλφος του «Σχολείου Γυναικών» κάνει το ίδιο, με τη διαφορά πως

οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζει τη συμπεριφορά του αντλούν το κύρος τους

από τις αποτιτανωμένες συντηρητικές ηθικές νοοτροπίες του φθίνοντος Μεσαίωνα

που τις ενστερνίστηκε η μεσαία αστική τάξη που ανέβηκε στην επιφάνεια κατά την

Αναγέννηση. H τυπολογία βέβαια η θεατρική έρχεται από μακριά, από τον Μένανδρο

και τον Τερέντιο, και αναδιπλωμένη από τη λόγια κωμωδία της Αναγέννησης. Από

τον Μένανδρο έως τον Μακιαβέλι και τον Μπιμπιένα και σε μας εδώ, πριν από τον

Μολιέρο, στην Κρήτη (κυρίως στον «Στάθη» αλλά όχι μόνο) υπάρχει πάντα ένας

πλούσιος αστός, περασμένης ηλικίας που φερμάρει και φιλοδοξεί να παντρευτεί

ένα αθώο κοριτσόπουλο. Από τον Μένανδρο έως τον Μαριβό και ώς τον Λόρκα του

«Περλιπλίν και Μπελίσσα» και ακόμη έως την Κομεντί του Καγιά «Τιμόνι στον

έρωτα» θριαμβεύει πάντα η Φύση. Ακόμη και στον «Λεπρέντη» του Χουρμούζη και

στον «Σινάνη» του Βυζάντιου η αφύσικη σύζευξη απορρίπτεται διότι ακριβώς

αντιβαίνει στους νόμους της φυσικής επιλογής.

Εκείνο που πάντως έχει πρόσθετο ενδιαφέρον στον Μολιέρο είναι η έμμεση

αναφορά του στο «Σχολείο» όπου υπονοείται σαφώς η εκπαίδευση ως συντηρητικός,

καθοδηγητικός και περιοριστικός θεσμός, σύστημα που λειτουργεί ως αποξένωση

του ανθρώπου από τους φυσικούς νόμους.

H ιδιοφυΐα του Μολιέρου έγκειται στο γεγονός ότι χρησιμοποιώντας το παλιό

τυπολόγιο και τις βασικές νόρμες των μενανδρικών μοτίβων διαβλέπει,

προοιωνίζεται την επερχόμενη ηθική επανάσταση του Διαφωτισμού, τις θέσεις που

θα υπερασπιστούν ο Βολταίρος, ο Ντιντερό, ο Ρουσσώ και στο θέατρο ο Μαριβό τον

άλλον αιώνα. Βέβαια ο Διαφωτισμός που προσφυώς ονομάστηκε η επανάκαμψη της

Σοφιστικής ήταν ένας επαναπροσανατολισμός της σκέψης πάνω στα προβλήματα και

τις λύσεις που είχε δώσει η αρχαία Σοφιστική με άξονα κυρίως την

απομυθοποίηση, την απομάγευση, την εκλογίκευση, τη σχετικότητα και την

αμφισβήτηση. H νέα λογική και ηθική, στην αρχαιότητα και στη νεωτερική εποχή

βασίζουν τις αρχές τους στους κανόνες που προτείνει η Φύση. Για να μην υπάρξει

παρεξήγηση, σπεύδω να πω ότι η έννοια του Σχολείου, που καταδικάζεται στη

μολιερική δραματουργία, παραπέμπει στον μεσαιωνικό Σχολαστικισμό, στα

μοναστήρια και στη θρησκευτική κατήχηση, όπως και στους ιδιωτικούς παιδαγωγούς

που κάθε πλούσιος αστός μπορούσε να προσλάβει στο σπίτι του για να ντρεσάρει

τα παιδιά του. Παραπέμπω στον περίφημο Δάσκαλο που σατιρίζει ανηλεώς ο

Βολταίρος στον «Αγαθούλη».

Μόνο μετά τη Γαλλική Επανάσταση και σύμφωνα με τις αρχές της

θεμελιώθηκε η Δημόσια Εκπαίδευση ως θεσμός διαμόρφωσης ελεύθερων και χρήσιμων

για την κοινωνία πολιτών.

Άρα το έργο του Μολιέρου που παίζεται τώρα στη «Νέα Σκηνή» του θεάτρου της

«Οδού Κυκλάδων» έχει ως στόχο πρωτεύοντα το αφύσικο και στρεβλό σύστημα που

αποξενώνει τον άνθρωπο, εδώ ένα νεαρό κορίτσι, από τη φυσική του αποστολή. Το

σύστημα αυτό το απονευρώνει, το στεγνώνει από τους ενστικτώδεις χυμούς του, ή,

το αισχρότερο, τους καθοδηγεί να προσφέρονται ως ελιξήριο στους νεκρωμένους

γεροντικούς ιστούς.

Ο Αρνόλφος, που μεγαλώνει μακριά από τη φύση ένα αθώο κοριτσάκι για να το

θυσιάσει στην ακόλαστη και ασελγή του βουλιμία, είναι ένας κυνικός, τυπικός

μπουρζουάς που αντιμετωπίζει τον έρωτα ως μια ακόμη εφαρμογή του laissez

faire, laissez passer, το ελεύθερο δούναι και λαβείν των πάσης φύσεως

προϊόντων. Όμως η φύση, η φυσική κλήση, το κάλεσμα των φύλων μέσω των

μηχανισμών τις επιλογής και της ευγονίας θριαμβεύει. Πρέπει όμως να

αναγνωρίσουμε στην ιδιοφυΐα του Μολιέρου και το βάθος πεδίου που ερευνά στο

έργο του. Τη θλίψη, την ερωτική μοναξιά, τη νοσταλγία της ερωτικής ακμής που

ζωγραφίζει στον απελπισμένο, έστω κυνικό, τρόπο του γέροντα αστού.

Σωστά λοιπόν ο Λευτέρης Βογιατζής γύρω και πίσω από τα ευτράπελα επεισόδια

ακούει και προβάλλει έναν τραγικό ήχο, μια τρεμάμενη χορδή που σημαίνει θάνατο

και απελπισία του ζην.

Ο Βογιατζής είχε στη διάθεσή του μια αριστουργηματική μετάφραση της

Χρύσας Προκοπάκη. Αναλόγισε τους μολιερικούς αλεξανδρινούς σωστά, φρονώ, στον

δημοτικό μας δεκαπεντασύλλαβο, αλλά απέφυγε σαν τον διάβολο τις τυπικές τομές

του παραδοσιακού αυτού στίχου καθώς και τις απηχήσεις του δραματικού ειδυλλίου

και του κωμειδυλλίου που στήνουν τρομερές παγίδες. Θαύμασα πόσο η Προκοπάκη

γνωρίζει τη μεταφραστική μολιερική παράδοση και πόσο καταφάσκει στις λύσεις

που έδωσαν και οι καθαρευουσιάνοι (ο Ραγκαβής, ο Σκυλίτζης) αλλά και οι

επιθεωρησιογράφοι και βουλεβαρδιέρηδες του 19ου αιώνα όπως π.χ. ο Λάσκαρης. H

γλώσσα της Προκοπάκη είναι αλατισμένη με λόγιες λέξεις, με στερεότυπα της

θεατρικής γλώσσας και λαϊκό παροιμιακό λόγο. Οι τομές της και οι διασκελισμοί

της ακούγονται τόσο φυσικοί ώστε ο σπασμένος στίχος λειτουργεί σαν

ποικιλόμορφη ρυθμική καθημερινότητα αιφνιδιασμένη από τις απροσδόκητες ρίμες.

Ο έρωτας ως βιολογική ορμή

O Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο «Σχολείο των γυναικών»

Προσωπικά δεν βρήκα τίποτε να φωτίζει ιδιαίτερα την ερμηνεία το περίπλοκο

τριώροφο σκηνικό και το λαβυρινθώδες του αρχιτεκτονικού σχεδίου. Αντίθετα τα

κοστούμια της Παπαγεωργακοπούλου ήταν έξοχα. Ο Κυπουργός έγραψε «σοφή» για την

εμβάθυνση στο έργο μουσική και ο Παυλόπουλος φώτισε το όλον ακολουθώντας τον

ρυθμό του μιλημένου στίχου.

Ο Βογιατζής δίδαξε ύφος, ρυθμό και μελωδία, αποκάλυψε τις ρίζες των κινήτρων,

τόνισε την ιλαρότητα των συγκρούσεων και ανίχνευσε την αρπακτική βουλιμική

ιδιοσυστασία του έρωτα είτε ως υπαρξιακή ανάγκη και βιολογική ορμή είτε ως

νοσταλγία χυμώδους νεότητας.

Στον ρόλο του Αρνόλφου ο Βογιατζής, μέγας ηθοποιός εξπρεσιονιστικής καταγωγής,

έδωσε τον καλύτερο ρόλο του, φτάνοντας στο ύψος του Δικαστή στη «Σπασμένη

στάμνα» του Κλάιστ. Απέδειξε άλλη μια φορά πως το τραγικό είναι φόδρα του

κωμικού και το αντίστροφο.

Δίπλα του ο Νίκος Κουρής έδειξε τα σπάνια προσόντα που συχνά οι σκηνοθεσίες

είχαν θελήσει. Μέτρο, χιούμορ και κυριαρχία του λόγου.

H Αγγελική Παπούλια, έχω κι άλλες φορές επισημάνει πως έχει σπουδαία χαρίσματα

και κυρίως παίζει χωρίς καμώματα και δήθεν. Στον ρόλο της Αγνής, τόνισε

περισσότερο την αφέλεια και την αθωότητα, αφήνοντας αφώτιστο το ερωτικό και

διαβολικό υπόβαθρο της αθωότητας (!), αλλά αυτό ήταν επιλογή της σκηνοθεσίας.

Ο Μπούρας και η Λέρτα ερχόντουσαν από την παράδοση της Κομέντια, ο Βλουτής ο

Νένες και ο Πρ. Πολίτης κρατήθηκαν στο ύφος χωρίς να προσφέρουν κάτι το προσωπικό.

INFO

«Το σχολείο των γυναικών» του Μολιέρου, θέατρο «Οδού Κυκλάδων» Κυκλάδων 14,

Κυψέλη, τηλ. 210.8217877

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.