Περίληψη


Οι αποκαλύψεις της Καλυψούς συγκλονίζουν την Τερέσα Αλμένδρος. Ο πατέρας
της ο Ούγο, μαζί με τον Πρόεδρο Σαλαβέρι (τον μελλοντικό πεθερό της), τον
Μάρκο και την Καλυψώ, ήταν οι ηγέτες της λαϊκής επανάστασης στη χώρα τους.
Συγκρούστηκαν όμως, μόλις ο Σαλαβέρι ανέβηκε στην εξουσία. Ο Μάρκο πήρε τα
βουνά κι ο Ούγο το έσκασε με τον κρατικό χρυσό. H Καλυψώ τον έκρυβε 7 χρόνια
σε ένα απομακρυσμένο νησί. Από εκεί βοηθούσαν τους Έλληνες αντιστασιακούς γι'
αυτό βρέθηκαν μαζί να πανηγυρίζουν στην Αθήνα την πτώση της δικτατορίας. Όμως
ο Ούγο ξανάφυγε και τώρα ο Σαλαβέρι έχει βάλει τους ανθρώπους του να τον
κυνηγούν με δόλωμα την κόρη του. Την ίδια ώρα, έχει στο χέρι του τη μητέρα
της, που έγινε ερωμένη του κι ένας χαφιές του βρίσκεται στο μπαρ της Καλυψούς.






Τελικά είχε πλάκα η πιτσιρίκα. H Καλυψώ την έβλεπε να χειρονομεί και να
παθιάζεται εξηγώντας πώς έφτασε ώς εκεί και της ερχόταν να βάλει τα γέλια.
Τόσο που η Τερέσα ενοχλήθηκε.


«Είπα κάτι αστείο;», ρώτησε εκνευρισμένη.


«Όχι. Απλώς... πώς να σου το πω... ρε κορίτσι μου... με γυρίζεις πίσω».


«Δεν σας καταλαβαίνω».


«Εύκολο το 'χεις; Τέλος πάντων... Για να σου το κάνω λιανά, είτε το πιστεύεις
είτε όχι πριν από πολλά πολλά χρόνια κουβαλούσα τα ίδια μυαλά μ' εσένα».


«Δηλαδή;».


«Δηλαδή οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί. Τίμιοι ή κλέφτες. Επαναστάτες ή
καθάρματα. Τόσο χαζή...».


H Τερέσα ανακάθησε νευρική. Τούτη η αλλόκοτη γυναίκα τη χλεύαζε μπροστά της.
Κάτι στον τόνο της φωνής της όμως της απαγόρευε να της ανταποδώσει τα ίσα.
Κάτι τρυφερό κρυμμένο στη βραχνάδα ενός σαρωτικού σαρκασμού.


Πώς να τα βάλεις άλλωστε με μια θεατρική περσόνα; H γυναίκα αυτή, εκατό και
τριάντα χρόνων μαζί, φάντασμα και άνθρωπος, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα,
ήταν κομμάτι ενός θεατρικού έργου που δοξάστηκε μια φορά κι έναν καιρό, κι
ύστερα λησμονήθηκε από όλους. (...) Ήταν βέβαια και κάτι άλλο. Το ένστικτό της
ανέκαθεν την προειδοποιούσε πως θα χρειαζόταν κάποτε μια τέταρτη πράξη του
δράματος πριν πέσει οριστικά η πικρή αυλαία.


«Άσε με εμένα όμως. Συνέχισε. Πώς έφτασες ώς εδώ; Ποιος σου μίλησε για μένα;
Ποιος;».


«Ένας άντρας. Αδερφικός φίλος σας, όπως λένε. Μάρκο τον φωνάζουν - άλλο όνομα
δεν ξέρω. Ζει αποτραβηγμένος, δεν ξέρω γιατί. Ήταν πολύ καλός μαζί μου. Αλλα
δεν ήξερε πολλά - εκτός απ' την πληροφορία που σας αφορούσε. Ή φοβόταν πολύ.
Δεν είμαι σίγουρη ποιο απ' τα δυο».


«Το δεύτερο», είπε η Καλυψώ στεγνά. Δεν ήθελε να παρεμβάλει τα δικά της
παράσιτα στη διήγηση της κοπέλας, αλλά μερικά πράματα απλώς δεν αντέχεις να τ'
ακούς. Ακούς εκεί ο Μάρκος δεν ήξερε πολλά... Άλλο και τούτο. Ο Μάρκος, ο πιο
κοσμοπολίτης άντρας που γνώρισε στη ζωή της - και γνώρισε πολλούς - ο Μάρκος
που μιλούσε πέντε γλώσσες και απήγγελλε Μαγιακόφσκι απέξω όταν ήταν
ερωτευμένος, δηλαδή πάντα, ο Μάρκος, ο λεγόμενος «το μυαλό» του κινήματος, να
καλλιεργεί φασόλια σ' ένα κωλοχώρι. Αχ, σύντροφε Μάρκο, είπε μέσα της, θα
'δινα τα ελάχιστα χρόνια που μου μένουν σ' αυτόν τον βρωμότοπο για να πιω
ακόμα μια μπίρα μαζί σου. Αν σου 'χει μείνει καθόλου συκώτι βέβαια...


«Τι φοβόταν όμως;», επέμεινε η μικρή.


Αχ πουλάκι μου, δεν τα παίρνεις καθόλου τα γράμματα, σκέφτηκε η γυναίκα.


«Αυτό που φοβόμαστε όλοι. Αυτό που θα 'πρεπε να φοβάσαι κι εσύ. Τον πεθερούλη
σου!».(...) «Ξύπνα, μικρή, αλλιώς δεν θα συνεννοηθούμε. Τέντωσε τα αυτιά σου,
άνοιξε τα μάτια σου και πες μου: Τι σου είπε ο Μάρκος; Για μένα και για τον
πατέρα σου εννοώ».


«Αυτός σας έλεγε Καλυψώ, γι' αυτό μπερδεύτηκα».


«Ήταν το παρατσούκλι της παρανομίας. H Έλενα πέθανε όταν γεννήθηκε η Καλυψώ.
Άφησε τις επαύλεις, τον μεγαλογιατρό σύζυγο και τις τουαλέτες Ντιόρ, έκοψε το
μανικιούρ κι έμαθε σκοποβολή. Μόνο η μάνα σου τη θυμάται την Έλενα, την κυρία
του κυρίου. Προφανώς γιατί μόνο μ' αυτή μπορούσε να ανταγωνιστεί. Μπροστά στην
Καλυψώ όμως δεν πιάνει δεκάρα!».


H Τερέσα προσπάθησε να αγνοήσει τις προσβολές που εκτοξεύονταν με ρυθμό
πολυβόλου εναντίον της ίδιας της της μάνας. Τώρα προείχε ο σκοπός της: να
μάθει. «Ώστε ήσασταν παντρεμένη; Κι ο άντρας σας τι απέγινε; Χωρίσατε;».


«Ο άντρας μου ο χέστης έπεσε απ' την ταράτσα της εξοχικής μας βίλας - μιλάμε
για διακόσια στρέμματα κήπο - όταν κατάλαβε ότι οι σύντροφοι της γυναικούλας
του που τον εξευτέλισε στην καλή κοινωνία, θα τον δίκαζαν για εγκλήματα κατά
του λαού και θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο και κατάσχεση της περιουσίας του.
Τόσο χέστης ήταν. Και τόσο ένοχος».


Αίφνης το βλέμμα της προσηλώθηκε κάτω στο δρόμο της παραλίας. Ένας άντρας
βγήκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή από ένα ταξί, έριξε ένα βλέμμα γύρω του κι
εντόπισε ψηλά τη βεράντα του μπαρ. (...) H Καλυψώ έσπευσε να κρύψει με το σώμα
της την πολυθρόνα της Τερέσα ενώ της ψιθύριζε επιτακτικά: «Μπες γρήγορα μέσα.
Ανέβα στον πρώτο όροφο και κάτσε στ' αυγά σου μέχρι να σε φωνάξω. Έχουμε
επισκέψεις».


(...) H Τερέσα έκανε όπως της είπαν (...) κι έφτασε σ' ένα δροσερό και
σκοτεινό διάδρομο κι ύστερα διάλεξε στην τύχη μία πόρτα: Ήταν η πόρτα της
κρεβατοκάμαρας. Τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά για να δροσίζει. Ελάχιστες φέτες
ήλιου φώτιζαν ένα διπλό χαμηλό ξύλινο κρεβάτι τυλιγμένο σε μια ανοιχτοπράσινη
κουνουπιέρα. Τίποτε άλλο έξω από το έπιπλο αυτό δεν υπήρχε στο δωμάτιο. A, κι
ένα τραπεζάκι στρογγυλό που έκανε χρέη κομοδίνου. Μια λάμπα Τίφανι, ένα βιβλίο
και μια φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι.


H Τερέσα (...) πήρε στα χέρια της τη φωτογραφία, μια έγχρωμη ξεθωριασμένη
πολαρόιντ. Ήταν ένα ζευγάρι ανάμεσα σ' ένα σμάρι Γιαπωνέζους τουρίστες, μια
τυπική φωτογραφία καλοκαιρινών διακοπών: η Έλενα-Καλυψώ χρόνια πριν, μ' ένα
μελαχρινό άντρα, πιασμένοι χέρι χέρι μπροστά από την Ακρόπολη. Στην Αθήνα,
στην Ελλάδα λοιπόν. H Καλυψώ είχε αφήσει τα μαύρα μαλλιά της ελεύθερα στους
ώμους. Το δεξί της χέρι σηκωμένο θριαμβευτικά έκανε το σήμα της νίκης. Το
χαμόγελό της σαν γύρος του θανάτου. Μια γυναίκα που απαιτούσε, δεν επαιτούσε
το θαυμασμό σου. (...) Το κορίτσι περιεργάστηκε τον άντρα δίπλα. Από άλλο
ανέκδοτο αυτός. Μαυρισμένος με μακριά μαύρα μαλλιά, λεπτός και μυώδης,
ντυμένος στα μαύρα, τζιν και πουκάμισο, απλό ντύσιμο, ίσως λίγο μεγαλύτερος
από τη βασίλισσα που συνόδευε. Όμορφος επίσης, αν και στραμμένος στα δεξιά
του, κάτι έψαχνε με το βλέμμα, οπότε έλειπε το μισό πρόσωπο. Σίγουρα άντρας με
ίσκιο. Το βλέμμα της μικρής σκάλωσε ξαφνικά στην κόκκινη μπαντάνα γύρω από τον
ηλιοκαμένο λαιμό του. Στο χρώμα του αίματος, σαν ελπίδα και σαν πληγή, έδινε
έναν εφηβικό αέρα στον άντρα αυτό... στον πατέρα μου, συνειδητοποίησε
ταραγμένη η Τερέσα. Στον πατέρα μου που φορούσε πάντα αυτό το μαντίλι σαν
φυλαχτό - μέχρι και στο γάμο του! Αυτός ο άντρας είναι ο πατέρας μου. (...) Το
κορίτσι γύρισε με τρεμάμενα χέρια τη φωτογραφία απ' την πίσω μεριά. Τίποτα,
έξω απ' το σήμα της Πολαρόιντ και δυο λέξεις: Πανηγυρίζοντας, Αθήνα, 1974.
Πανηγυρίζοντας γιατί;


H Καλυψώ έστρωσε νευρικά το μαλλί και ξανακάθησε στην πάνινη πολυθρόνα της.


Ήταν αποφασισμένη να περιμένει ήρεμα το θύμα, να το πιάσει απροετοίμαστο στα
δίχτυα της. (...) Τον είχε ήδη κόψει για χαφιέ του γλυκού νερού. Πράκτορα
γραφείου. Του χεριού της με λίγα λόγια.


Όταν άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας βρήκε τη μικρή ξαπλωμένη κάτω από την
κουνουπιέρα. H Τερέσα πετάχτηκε πάνω και έφτιαξε τη φούστα της. (...)


«Άκου, Τερέσα, αν δεν θέλεις να γίνεις εσύ η αιτία να φάνε τον πατέρα σου,
πρέπει να σοβαρευτείς λιγάκι. Δεν ξέρεις ότι σε κυνηγάνε από πίσω οι χαφιέδες
του Σαλαβέρι; Δεν παίρνεις τα μέτρα σου; Κάνεις ό,τι σου 'ρθει στο κεφάλι κι
όποιον πάρει ο χάρος;».


H Τερέσα την άκουγε με σκυμμένο το κεφάλι.


«Έφυγε;», ρώτησε τελικά.


«Κοιμάται σαν πουλάκι στη βεράντα. Το κοκτέιλ μπίρα-χάπια κάνει θαύματα! Θα
πούμε ό,τι έχουμε να πούμε και θα την κοπανήσεις στα γρήγορα απ' το νησί. Με
την επόμενη πτήση. Όσο κοιμάται κι ονειρεύεται ο τύπος».(...) «Ήταν συμμαθητές
από την πρώτη δημοτικού, το ξέρεις αυτό; Από εφτά χρόνων παιδιά. Ο Μάρκος, ο
Χοακίμ, ο πατέρας σου κι ο Σαλαβέρι. Στο πιο ακριβό σχολείο της χώρας. Σαν
τετράδυμα. Ο Μάρκος ο φωτεινός παντογνώστης, ο Χοακίμ ο ρομαντικός, ο πατέρας
σου ο ιδεολόγος κι ο Σαλαβέρι ο καπάτσος. Όλοι πίστευαν ότι θα κάνουν θαύματα
μαζί. Και κάνανε. Έφεραν τα πάνω κάτω. Έφεραν το λαό στην εξουσία, όπως λέγαμε
μια φορά κι έναν καιρό. Με μια διαφορά όμως. Ο λαός ήταν ο Σαλαβέρι,
κατάλαβες; Δεν ήταν ούτε ο Μάρκος με την ποεζία του, ούτε ο Χοακίμ με τα
ανθρωπιστικά οράματά του, ούτε ο πατέρας σου με τα μεγάλα σχέδια. Ο Σαλαβέρι
που δεν τους συγχώρεσε ποτέ ότι ήταν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα ανάμεσα στα
πλουσιόπαιδα, αυτός το παιδί της πλύστρας, ως υπότροφος με εξαιρετικά
προσόντα. Το σιχαινόταν αυτό το σούπερ σχολείο, πήγαινε γιατί το είχε ανάγκη
μόνο. Δεν ήθελε όμως τη συμπόνια κανενός εκεί μέσα. Ένιωθε καλύτερός τους, δεν
τους συγχώρεσε ποτέ ότι γεννήθηκαν στα μεταξωτά κι αυτός στο χώμα. Τι κι αν τα
απαρνήθηκαν τα μεταξωτά ο Μάρκος, ο Χοακίμ κι ο Ούγο, τι κι αν τα πολέμησαν,
τα είχαν, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά του κόσμου.


O πατέρας σου ήταν σαν κι εσένα, αφελής. Πανέξυπνος αλλά αφελής. Ποτέ δεν το
είχε διακρίνει στα μάτια του αυτό το μίσος. (...) Ο Ούγο Αλμένδρος ήταν ένα
σπάνιο πουλί. Κι ας μην κελάηδησε ποτέ με την καρδιά του κάτω απ' το δικό μου
μπαλκόνι. Να σου πω κάτι που δεν ξέρεις, μικρή: Έζησα με τον πατέρα σου σ'
αυτό εδώ το σπίτι για εφτά ολόκληρα χρόνια. Οι δυο μας. Εγώ τον περιμάζεψα
όταν δεν είχε κανένα άνθρωπο πάνω σ' αυτή τη γη να του σταθεί. Εφτά αλησμόνητα
χρόνια για μένα. Υπήρχε, ήμουν δίπλα του κι αυτό μου έφτανε. Εγώ που γνώρισα
τόσες αγκαλιές, λέω ότι ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα ποτέ κι ας κάναμε
έρωτα μία και μοναδική φορά. Μη με κοιτάς έτσι, Τερεσίνα, όλα στο μυαλό είναι,
να το θυμάσαι αυτό. Κυρίως ο καταραμένος ο έρωτας, αλλιώς δεν θα μας
κουμαντάριζε έτσι...».(...) «Να το ξέρεις όμως, ποτέ δεν μετάνιωσα για τα
χρόνια που ξόδεψα για πάρτη του. Για ένα πράμα μόνο μετάνιωσα. Που δεν
κατάλαβα την παγίδα του Σαλαβέρι και τον άφησα να αχρηστέψει μ' ένα σμπάρο
τρία τρυγόνια».


ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ



Ποια είναι









H Λένα Διβάνη γεννήθηκε στον Βόλο το 1955 και είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια
Ιστορίας της Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή Αθηνών. Εκτός από τις
ιστορικές μελέτες της, έχει δημοσιεύσει μια συλλογή διηγημάτων («Γιατί δεν
μιλάς σε μένα;», Νεφέλη, 1995, Βραβείο Μαρία Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους
συγγραφείς) και τρία μυθιστορήματα («Οι γυναίκες της ζωής της», Καστανιώτης,
1997, που έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση από την ET1, «Εργαζόμενο αγόρι»,
Καστανιώτης, 2000 και «Ενικός Αριθμός», Καστανιώτης 2003).








Το πρώτο της μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί στα ισπανικά και κυκλοφορεί από τον
εκδοτικό οίκο Alfaguara. Το 2003 θα κυκλοφορήσει και στα ιταλικά από τον
εκδοτικό οίκο Crocetti. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί σε γερμανικά και
πολωνικά. Συνεργάζεται με την εφημερίδα «TA NEA». Από τις εκδόσεις Καστανιώτη
κυκλοφορούν επίσης τα ιστορικά δοκίμια «Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα
διεθνούς προστασίας της κοινωνίας των εθνών» (1999) και «H εδαφική ολοκλήρωση
της Ελλάδας» (2000).

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από