Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας απειλείται περισσότερο από
ποτέ. Ακόμη και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι, το
αποκάλεσε «ανόητο». Και μπορεί να έχει δίκιο, από πολλές πλευρές.


Το προηγούμενο καλοκαίρι, μόλις έγινε εμφανές πως το διαρκώς αυξανόμενο
έλλειμμα στον γερμανικό προϋπολογισμό μπορεί να ξεπεράσει το όριο που θέτει το
Σύμφωνο, ο καγκελάριος Σρέντερ προτίμησε να αναβάλει μια μείωση στους φόρους,
την οποία είχε ήδη προαναγγείλει, παρά να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες.


Η γαλλική κυβέρνηση, ανήμπορη να λάβει μέτρα για τον δημόσιο τομέα που
αντιμετωπίζει προβλήματα, αντιτίθεται τώρα στο Σύμφωνο Σταθερότητας και
αντιπαρατίθεται με τους υποστηρικτές του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
ανακοινώνοντας ότι υπάρχουν «διαφορετικές προτεραιότητες» από αυτές που ζητεί
το Σύμφωνο. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι, αν το Σύμφωνο Σταθερότητας θα
μπορέσει να επιβιώσει από τον ανταγωνισμό των δύο μεγαλύτερων ευρωπαϊκών
οικονομιών.


Το Σύμφωνο Σταθερότητας προέκυψε ύστερα από μια μακρά περίοδο (τις δεκαετίες
του '70, του '80 αλλά και του '90) κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές χώρες
είχαν χάσει τον έλεγχο στα δημοσιονομικά τους. Το Σύμφωνο Σταθερότητας αρχικά
είχε στόχο να επιβάλει στις χώρες που ήθελαν να συμμετάσχουν στη νομισματική
ένωση να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους και να μειώσουν το υπερβολικό
χρέος τους. Τώρα, όμως, τα ψεγάδια του Συμφώνου αποκαλύπτονται.


Το Σύμφωνο Σταθερότητας δημιουργήθηκε για να λύσει κάποια προβλήματα. Αλλά, σε
αρκετές περιπτώσεις, αντί να λύνει τα προβλήματα αυτά, δημιουργεί άλλα, τα
οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν κατά καιρούς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Οι
τελευταίες, όμως, έχουν συχνά τα χέρια τους δεμένα. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς
εξαιτίας των δεσμεύσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας.


Το μεγάλο πρόβλημα





Ο Alberto Alesina είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ


Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας επικεντρώνεται
περισσότερο στο έλλειμμα του προϋπολογισμού μιας χώρας και λιγότερο στα
επιμέρους συστατικά των προϋπολογισμών: τους φόρους και τις δημόσιες δαπάνες.
Τα οικονομικά προβλήματα της Ευρώπης έχουν τις ρίζες τους στις κυβερνήσεις που
επιβάλλουν ­ προκειμένου να καλύψουν τα τεράστια έξοδά τους ­ υψηλή φορολογία,
η οποία δεν διευκολύνει τους ανθρώπους που επιθυμούν να δουλέψουν πιο σκληρά
να επενδύσουν περισσότερα και να αναλάβουν μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο.
Το να τίθεται όριο στο συνολικό έλλειμμα του προϋπολογισμού μιας χώρας, όπως
απαιτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας, δεν λύνει το πρόβλημα.


Μεταξύ του 1995 και του 2002, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες στη ζώνη του ευρώ
παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες. Έφταναν το 41% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη, το
1995, και θα φτάσουν το 40,7% του ΑΕΠ φέτος. Στο μεταξύ, οι συνολικές
κυβερνητικές επενδύσεις, που ήδη ήταν μικρές, μειώθηκαν ακόμη περισσότερο και
έφτασαν από το 2,7% στο 2,4% του ΑΕΠ.


Αποτέλεσμα του Συμφώνου Σταθερότητας είναι, μικρές διαφορές στους
προϋπολογισμούς των χωρών της ευρωζώνης να προβάλλονται πολύ στον διάλογο για
την οικονομική πολιτική και να απομακρύνεται η προσοχή από τα πραγματικά
δημοσιονομικά προβλήματα της Ευρώπης. Λίγοι φαίνεται να γνωρίζουν τα περιθώρια
λάθους που υπάρχουν, όταν γίνονται τέτοιοι υπολογισμοί.


Εύκολη δικαιολογία


Δεν είναι παράξενο, για παράδειγμα, σε κοινοβουλευτικές συζητήσεις για τον
προϋπολογισμό να γίνεται συζήτηση για διαφορές της τάξεως του 0,8% έως 1,1%,
που είναι στα όρια του στατιστικού λάθους. Οι άχρηστες διαφωνίες αυτού του
τύπου είναι μια εύκολη δικαιολογία για μια χώρα, ώστε να αποφύγει να
αντιμετωπίσει τα πραγματικά οικονομικά της προβλήματα: ισχνές συντάξεις,
παροχές για ανέργους που κάνουν πολλούς να μη θέλουν να ψάξουν για νέα
δουλειά, μισθοί στον δημόσιο τομέα που δεν σχετίζονται με την παραγωγικότητα.


Δεν κάνει διακρίσεις





Ο Francesco Giavazzi είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Bocconi του
Μιλάνου, μέλος της ομάδας οικονομικών συμβούλων του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Επιπρόσθετα, το Σύμφωνο Σταθερότητας δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις χώρες ­
για παράδειγμα, ανάμεσα σε αυτές που έχουν μεγαλύτερο ή μικρότερο χρέος. Η
Ελλάδα και η Ιταλία, που έχουν συνολικό δημόσιο χρέος το οποίο ξεπερνά το 100%
του ΑΕΠ τους, και η Πορτογαλία, στην οποία ο λόγος χρέους - ΑΕΠ βρίσκεται
περίπου στο 45%, αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.


Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, αγνοεί τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε
αρχικά το Σύμφωνο Σταθερότητας. Ο λόγος αυτός ήταν να υποχρεωθούν οι
κυβερνήσεις με τα μεγαλύτερα χρέη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να
τα μειώσουν.


Ο τρίτος αποσταθεροποιητικός παράγοντας στο Σύμφωνο Σταθερότητας είναι ότι,
ουσιαστικά, προσκαλεί τις κυβερνήσεις να κάνουν λογιστικές αλχημείες τύπου
Ένρον, δηλαδή ωθεί τις κυβερνήσεις να πραγματοποιούν απάτες με τα λογιστικά.


Η Ευρώπη χρειάζεται απεγνωσμένα να μειώσει τις δαπάνες ­ ιδιαίτερα σε μισθούς
και συντάξεις ­ αλλά και χαμηλότερους φόρους. Είναι ξεκάθαρο ότι το Σύμφωνο
Σταθερότητας δεν μπορεί να δώσει τα κίνητρα που απαιτούνται για να επιτευχθούν
οι απαραίτητοι αυτοί στόχοι. Μάλιστα, το Σύμφωνο μπορεί να δημιουργήσει
προβλήματα στον έναν και μοναδικό ρεαλιστικό τρόπο που υπάρχει για τη μείωση
του μεγέθους των κυβερνήσεων: Πρώτα μειώστε τους φόρους, συνηθίστε τους
Ευρωπαίους φορολογούμενους σε χαμηλότερα βάρη και έπειτα δημιουργήστε τις
πολιτικές προϋποθέσεις για τη μείωση των δαπανών.


Χάνεται ο στόχος


Με το να δημιουργούνται εμμονές για το πρώτο δεκαδικό ψηφίο ενός ελλείμματος,
ακόμη και σε μια χρονική περίοδο που υπάρχει μακρά στασιμότητα, το ECOFIN
χάνει και την ουσία της αποστολής του ­ να περιορίσει τις απαραίτητες
κυβερνητικές δαπάνες ­ και τον τελικό του στόχο ­ να αυξήσει την ανάπτυξη στην
Ευρώπη. Σε τελική ανάλυση, αν μια ευρωπαϊκή χώρα (και ειδικά μία από τις
τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και
της Βρετανίας) θέλει να διατηρήσει έλλειμμα που ξεπερνά αυτό που θέτει ως όριο
το Σύμφωνο Σταθερότητας, θα το κάνει ατιμώρητη, όπως κάνει αυτό το διάστημα η
Γαλλία.


Δύο χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ, το μόνο που καταφέρνει το Σύμφωνο
Σταθερότητας είναι να δημιουργεί προβλήματα σε μικρότερες χώρες (θυμάστε τι
έγινε στην Ιρλανδία, που έχει εξίσου καλό προϋπολογισμό με κάθε ευρωπαϊκή χώρα
αλλά τόλμησε να μειώσει τους φόρους ενάντια στους κανόνες του Συμφώνου
Σταθερότητας;). Είναι καιρός να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να εγκαταλείψει τις εμμονές που έχει με τα ελλείμματα και
να επικεντρώσει την προσοχή της στις κυβερνητικές δαπάνες.


(c) Project Syndicate, Οκτώβριος 2002


Επιμέλεια διεθνών οικονομικών θεμάτων: Σπ. Δημητρέλης - Γ. Κανελλόπουλος

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από