Η Μιρέλλα Παπαοικονόμου μπήκε για τα καλά στη ζωή μας μέσα από την
τηλεόραση. «Καλά, ο ευκολότερος τρόπος σήμερα, με τα κανάλια να λύνουν και να
δένουν επί παντός επιστητού», θα μου πείτε. «Ναι», θα σας απαντήσω. Αλλά μπήκε
στη ζωή μας μέσα από την τηλεόραση χωρίς να εμφανίζεται στην τηλεόραση και
αυτό δεν είναι ό,τι ευκολότερο… Γιατί η Μιρέλλα Παπαοικονόμου «απλώς» γράφει
σενάρια. Ο τρόπος όμως που τα γράφει, ο τρόπος που τα «ακολουθεί» ώς την
υλοποίησή τους, η σοβαρότητα που αντιμετωπίζει τη δουλειά της οκτώ σειρές
από το 1988 μέχρι σήμερα, που έχει αρχίσει να παίζεται από το Mega η τελευταία
της, «Η ζωή που δεν έζησα» την έχουν επιβάλει ως μια περιζήτητη σεναριογράφο
με απόλυτη δικαιοδοσία να αποφασίζει εν λευκώ για σκηνοθέτες και συντελεστές
και ηθοποιούς. Ταυτόχρονα, όμως, έχει την τύχη να χαίρει εκτίμησης πέραν της
«συντεχνίας»· από το ευρύτερο κοινό. Για την αλήθεια των θεμάτων της, για την
αφοπλιστική αμεσότητα των διαλόγων της, για τους χαρακτήρες που πλάθει και που
ζουν μαζί μας.
|
«Χρωστώ στον εαυτό μου τον χρόνο που του έχω στερήσει»
|
ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ πολλά στη ζωή της ώς τώρα η Μιρέλλα Παπαοικονόμου. Γεννημένη στην
Αθήνα, μεγαλωμένη στην Κυψέλη και, στη συνέχεια, στο Κολωνάκι, σπούδασε στο
Λονδίνο αγγλική φιλολογία. Έκανε μαθήματα κινηματογράφου και φωτογραφίας,
έκανε σπουδές στη Σχολή Βακαλό, ξεκίνησε να δουλεύει ως διακοσμήτρια
εσωτερικών χώρων, δούλεψε ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες,
δημιούργησε και κράτησε με επιτυχία, επί εννέα χρόνια, μια δική της
διαφημιστική εταιρεία, όπου έγραφε κείμενα αλλά έκανε και art direction γιατί,
παράλληλα, ζωγράφιζε, κράτησε τις δημόσιες σχέσεις σε δισκογραφική εταιρεία,
εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο «Κέδρος»…
Εγώ τη θυμάμαι από τη «Στοά» του Ζωγράφου. Σκηνογράφο-ενδυματολόγο, από το ’83
έως το ’87, στα ελληνικά έργα που ανέβαζε ο Θανάσης Παπαγεωργίου. Ως
σκηνογράφος-ενδυματολόγος συνεργάστηκε και με το Εθνικό Θέατρο. «Την άφησα
αυτή τη δουλειά», λέει, «γιατί δεν ήμουν ευχαριστημένη εγώ, όχι οι άλλοι
από τον εαυτό μου».
Με την τηλεόραση ήρθε σε πρώτη επαφή ως βοηθός παραγωγού και βοηθός σκηνοθέτη.
Ήταν 1988, όταν εντελώς συμπτωματικά, επειδή δεν του άρεσαν τα σενάρια που
είχε στα χέρια του, της ζήτησε να γράψει ένα επεισόδιο ο Θανάσης Παπαγεωργίου,
που είχε αναλάβει για την ΕΤ1 δεν υπήρχαν ακόμη, τότε, ιδιωτικά κανάλια να
σκηνοθετήσει και να παίξει στη σειρά «Μικροί – Μεγάλοι, μια σειρά αυτοτελών
επεισοδίων κοινωνικού περιεχομένου, που αφορούσαν μια οικογένεια και που την
προβολή τους ακολουθούσε συζήτηση.
ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ
|
Στα 18 (αριστερά) με τη μητέρα και την αδελφή της σε χορό
|
«Από παιδί έγραφα. Είχα συσσωρευμένη πολλή ενέργεια και συναισθήματα που δεν
μπορούσα σαν χαρακτήρας να τα εκφράσω αλλιώς. Έγραφα, λοιπόν, γράμματα χωρίς
παραλήπτη, κάτι θεατρικά πρωτόλεια… Που έμεναν στα συρτάρια μου. Οι δικοί
μου το ήξεραν αυτό. Γι’ αυτό μου έκανε και ο Θανάσης την πρόταση».
Θα γράψει, λοιπόν, το επεισόδιο. Κι αυτό θα αρέσει. Και θα συνεχίσει να
γράφει. Ενενήντα επεισόδια συνολικά. Τρία χρόνια θα κρατήσει η σειρά. Και μετά
θα γράψει ένα σενάριο ολοκληρωμένο πια το «Παράθυρο στον ήλιο». «Το κατέθεσα
στα ιδιωτικά κανάλια που είχαν ανοίξει τότε και μου απαντούσαν: “Γράφετε πολύ
καλά, αλλά είναι αντιτηλεοπτικός ο τρόπος σας, γιατί δεν υπάρχει εξωτερική
δράση, όση χρειαζόμαστε η δράση είναι εσωτερική”. Το έβαλα στο πλάι και
έγραψα τις “Γυναίκες”. Τόσο εύκολα, που δεν το εκτιμούσα αυτό το σενάριο.
Γιατί δεν είχα παιδευτεί. Και εγκρίθηκε από όλα τα κανάλια. Το έδωσα στο Mega.
Όταν πήρε το κρατικό βραβείο σεναρίου, τότε εγκρίθηκε και το “Παράθυρο στον
ήλιο” που το ξαναέγραψα πια».
Μεσολάβησε η «Αναστασία» και η πολύ μεγάλη επιτυχία της. Και ακολούθησαν τα:
«Μη φοβάσαι τη φωτιά», «Απών», «Λόγω τιμής» και, φέτος, «Η ζωή που δεν έζησα».
«Όταν γράφεις, ζεις στην ουσία δύο ζωές. Τη δικιά σου και των ηρώων σου. Αυτή,
η δεύτερη, που επιλέγεις να ζήσεις για έξι μήνες, πρέπει να σε ενδιαφέρει.
Είναι σαν μια ερωτική σχέση. Που θέλεις να μπεις μέσα, να τη ζήσεις, να
πονέσεις, να περάσεις από όλες τις διαδικασίες, μέχρι τη λύτρωση.
Δεν είναι ανάγκη να μου έχει διηγηθεί κάποιος μια ιστορία. Μπορεί το ερέθισμα
να είναι κάτι που είδα ή που άκουσα και που μου κέντρισε την περιέργεια.
Μπορεί, όμως, να είναι και ένα θέμα που έχω πάρα πολλή ανάγκη να το ψάξω εγώ η ίδια.
Όταν πήρα την απόφαση μετά τον “Απόντα”, που ήταν μια πολύ δραματική σειρά, να
γράψω για τη νεολαία το «Λόγω τιμής» ήταν προσωπική μου ανάγκη να φύγω από
τη φοβερή φόρτιση που είχα. Να γράψω κάτι πολύ πιο ελπιδοφόρο, κάτι για τους
νέους, για μια ομάδα υγιών παιδιών… Η ανάγκη ήταν που δημιούργησε την ιστορία».
Ίσως για το «Λόγω τιμής» να έπαιξε ρόλο ότι είναι μάνα μικροπαντρεμένη και
χωρισμένη δύο γιων που σήμερα είναι στα 25 και στα 22…
|
Η Μιρέλλα Παπαοικονόμου, στα 15 της, με συμμαθήτριες σε σχολική εκδρομή
|
«Ε, βέβαια. Πάρα πολύ. Γιατί δεν ζω μόνο με τα παιδιά μου, αλλά και με τις
παρέες των παιδιών μου. Από τότε που ήταν μικρά είχα αποφασίσει, για να έχω
έλεγχο της πορείας τους στη ζωή, το σπίτι μου να είναι πάντα με μια πόρτα
ανοιχτή. Συνέχεια φιλοξενούσα παιδιά. Εδώ έτρωγαν, εδώ άκουγαν μουσική, εδώ
κουβέντιαζαν, εδώ έλυναν τα προβλήματά τους. Σπάνια τα παιδιά μου
ξενοκοιμήθηκαν. Δεν ήθελα να φεύγουν και να μην ξέρω τι συμβαίνει, για να μην
“τσαλακωθεί” το σπίτι και για να μην μπαίνω στη διαδικασία να καθαρίζω και να μαγειρεύω…
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Αυτό με έκανε να ‘ρθω πιο κοντά στα παιδιά, να τα ακούω πώς μιλούν, πώς
εκφράζουν τα αισθήματα, τις αγωνίες τους… Και έτσι μου ήταν πολύ εύκολο να
γράψω αυτή την ιστορία».
Τη ρωτώ αν οι ήρωές της είναι που την οδηγούν ή αν τους ποδηγετεί αυτή. «Όταν
ξεκίνησα είχα μάθει ότι για να γράψεις για την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο
πρέπει να έχεις έτοιμη μια “σκαλέτα” ένα γενικό πλάνο της εξέλιξης της
ιστορίας. Το έκανα. Αλλά κάθε φορά πρόδιδα τη “σκαλέτα”. Διότι κάποιος ή
κάποιοι ήρωες με οδηγούσαν σε αντίθετη κατεύθυνση. Και εκεί ήταν το
ενδιαφέρον. Έτσι συνεχίζω να κάνω τη “σκαλέτα”, αλλά για να την προδώσω».
Κανένας από τους ήρωές της δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Επιμένει. Ντυμένη με
σακάκι και καφέ παντελόνι, κατασταλαγμένη, αποφασιστική, κάθεται απέναντί μου
στον καναπέ, εννιάμισι η ώρα το πρωί, με ένα χυμό μπροστά της, σ’ ένα
καλόγουστο σπίτι, κτισμένο ανάμεσα στα πεύκα της Αγίας Παρασκευής. «Δεν έχω
“αντιγράψει” ποτέ κανέναν άνθρωπο που γνωρίζω. Ο κάθε ήρωας, όμως, έχει ένα
κομμάτι από τον εαυτό μου».
Η «Αναστασία» της σκανδάλισε. Και, τώρα, στο «Η ζωή που δεν έζησα», το θέμα
της σειράς μια νέα γυναίκα, χωρισμένη, που ερωτεύεται τον φίλο του γιου της
ίσως και πάλι «σκανδαλίσει». Ήταν στους στόχους της αυτό;
«Αντιστέκομαι πολύ στη “συνταγή”. Αλλά δεν γράφω ούτε αστυνομικές ιστορίες
ούτε επιστημονική φαντασία… Κοινωνικά θέματα γράφω. Και δύο άνθρωποι που
ζούνε μαζί, ευτυχισμένοι, έχουν δύο παιδιά και όλα τους πάνε καλά, δεν λέω,
είναι όμορφο, αλλά δεν δίνει το έναυσμα για να επεξεργαστείς μια ανθρώπινη
αδυναμία. Ένα πρόβλημα, ένα εμπόδιο, κάτι περίεργο, κάποιο “ολίσθημα” είναι
που δημιουργούν το ενδιαφέρον για να ψάξεις και να δεις τι κρύβεται πίσω από
έναν χαρακτήρα».
ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Μιρέλλας Παπαοικονόμου είναι να μην αφήνει τα
σενάριά της στην τύχη τους, αλλά να αποφασίζει για τους συντελεστές, τη
διανομή και να παρακολουθεί τα γυρίσματα από την πρώτη ώς την τελευταία
μέρα. Αυτό όμως, αφήνει, ίσως, προς τα έξω μια αίσθηση ότι επιδιώκει να
«εποπτεύει» και να επεμβαίνει, κρατώντας έναν ρόλο «υπερ-σκηνοθέτη».
«Η αλήθεια είναι άλλη. Το γεγονός ότι το κανάλι εμπιστεύεται την κρίση μου, με
αφήνει εντελώς ελεύθερη, δεν μου “φοράει” κανέναν παραγωγό, κανέναν σκηνοθέτη
και κανέναν ηθοποιό, ότι μου λέει “εντάξει, προχώρα αυτό που έχεις στο κεφάλι
σου” πριν καν το γράψω, μόνο την ιστορία να τους πω, ότι δεν μου κάνει κανενός
είδους επέμβαση ή παρέμβαση ούτε στα κείμενα ούτε σε όλη την πορεία, είναι
εξαιρετικά δεσμευτικό για έναν άνθρωπο όπως εγώ, που θέλει να είναι υπεύθυνος.
Επομένως, δεν γίνεται να με εμπιστεύονται εφ’ όλης της ύλης και εγώ να δώσω το
σενάριο και να σηκωθώ να φύγω».
Από την άλλη, ένα πράγμα που το έχεις γεννήσει, δεν το εγκαταλείπεις. Είναι
προσωπική μου επιλογή να παραβρίσκομαι στα γυρίσματα. Στις πρόβες κάνω
αλλαγές, κάτι, που ένας ηθοποιός δεν το έχει καταλάβει και δεν μπορεί να το
πει, το προσαρμόζω… Είναι μια πάρα πολύ ωραία διαδικασία να βλέπεις να
υλοποιείται σε εικόνα κάτι που είναι γραμμένο σε ένα κομμάτι χαρτί.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αυτή η διαδικασία, η “μετασυγγραφική”, με έχει
απίστευτα κουράσει. Όχι ότι δεν αγαπώ τη δουλειά. Αλλά δεν υπάρχουν πια
περιθώρια να δουλέψουμε δημιουργικά. Ο χρόνος και το χρήμα μάς έχουν φάει τα
σωθικά. Αυτό με έχει φθείρει. Και έχω μπει στη διαδικασία να πείσω τον εαυτό
μου ότι είναι η τελευταία φορά που το κάνω και ότι πρέπει την ιστορία που
γράφω να την αφήνω στην τύχη της. Και υπάρχει η περίπτωση να το κάνω».
Όχι, η σκηνοθεσία δεν την ενδιαφέρει. Είναι κατηγορηματική. «Δεν γνωρίζω την
τέχνη του σκηνοθέτη, δεν την έχω σπουδάσει και δεν θέλω να κάνω τον “ξερόλα”.
Η ημιμάθεια με τρελαίνει».
ΩΣ ΘΕΑΤΗΣ
Η σχέση της ως θεατής με την τηλεόραση; «Κάκιστη», απαντάει μονολεκτικά. «Δεν
μου αρέσει καθόλου η τηλεόραση». Είναι δυνατόν να κάνεις τηλεόραση και να
έχεις κάκιστη σχέση με το μέσον; «Μα δεν νιώθω ότι κάνω τηλεόραση. Αυτό που
γράφω θα μπορούσε να είναι για τον κινηματογράφο ή για το θέατρο. Απλώς, είναι
δομημένο έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί από την τηλεόραση».
«Αισιόδοξος άνθρωπος», δηλώνει. «Αλλά με τη δουλειά αυτή έχω στερηθεί πάρα
πολλά. Δεν έχω χρόνο να φάω με τους φίλους μου, δεν έχω χρόνο να πάω
κινηματογράφο, δεν έχω χρόνο να πάω στο θέατρο, δεν έχω χρόνο να κάτσω μια
μέρα στο σπίτι μου, είμαι όλη τη μέρα στον δρόμο και έχω αποκοπεί και από τους
δικούς μου ανθρώπους. Αυτό δεν θέλω να συνεχιστεί εσαεί. Θεωρώ ότι είναι μια
προσωρινή παραχώρηση που έχω κάνει σε σχέση με τον τρόπο που θα ήθελα να ζω.
Και προσπαθώ να κάνω όνειρα και σχέδια για αργότερα… Γι’ αυτό κτίζω και ένα
σπίτι στα Κύθηρα. Να μπορώ κάποιο διάστημα να μένω εκεί, να κάνω πράγματα που
θέλω, να μου μένει χρόνος να διαβάσω… Με τα όνειρα απαλύνεται το άγχος.
Όμως, θα τα υλοποιήσω κιόλας. Αν βάλω κάτι στο κεφάλι μου, θα το κάνω οπωσδήποτε».
ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ είναι το μεγάλο της ατού.
«Ο κάθε ήρωας πρέπει να έχει έναν δικό του τρόπο να εκφράζεται. Που είναι ένα
κομμάτι της προσωπικότητάς του. Όταν χτίζεις έναν χαρακτήρα, για να είναι
αναγνωρίσιμος, πρέπει να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά του που να
επαναλαμβάνονται: η εμφάνισή του, ο τρόπος που ντύνεται, πώς κινείται σε έναν
χώρο, αν κουνάει πολύ ή καθόλου τα χέρια του, αν καπνίζει ή δεν καπνίζει, αν
κάνει ή δεν κάνει γκριμάτσες… Αυτά είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα. Ο τρόπος
που εκφράζεται είναι το δεύτερο σκέλος. Άλλος μπορεί να τα λέει χύμα, άλλος να
έχει μια πιο “ελεύθερη” γλώσσα, άλλος να είναι πολύ συντηρητικός όταν μιλάει,
άλλος να είναι φοβερά εσωστρεφής και να λέει λίγες κουβέντες, άλλος να μη λέει
αυτό που θέλει να πει, αλλά να μιλάει με υπαινιγμούς… Η προσπάθειά μου είναι
ο τρόπος που εκφράζεται ο καθένας να διαφοροποιείται σε σχέση με τον άλλο. Να
μη μιλούν όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Εξάλλου, ο τρόπος που εκφράζεται ο καθένας μας είναι ένα δικό του μουσικό
κομμάτι. Στο αυτί μου οι διάλογοι έχουν μια μουσικότητα. Γι’ αυτό, αν ο
ηθοποιός αλλάξει τη σειρά των λέξεων, το ακούω σαν φάλτσο. Και σε ένα “όμως”
να αλλάξει τη σειρά χάνεται η αρμονία. Όταν γράφω τους διαλόγους τούς φωνάζω,
τους παίζω μόνη μου. Στην πρόβα, βέβαια, μπορεί να κάνω αλλαγές βλέποντας ένα
λάθος μου. Η μεγάλη δυσκολία είναι μία: να μη λέγονται όλα. Κανείς δεν μιλάει
συνέχεια για τα αισθήματά του… Εκεί είναι και το κλειδί για μια διαφορετική
ποιότητα γραφής».
Αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνει τόσο καλά με τη γλώσσα των νέων…
«Έχω μια πολύ επιλεκτική μνήμη που με βοηθάει πολύ, αλλά και εκνευρίζει τους
ανθρώπους στο περιβάλλον μου. Μπορεί να μη θυμάμαι να ξαναπάω σ’ ένα μέρος που
έχω πάει χίλιες φορές, μπορεί να μη θυμάμαι τι έφαγα πριν από δύο ώρες, μπορεί
να μη θυμάμαι τα ονόματα ανθρώπων που συνάντησα πριν από λίγο, μπορεί κάποια
πράγματα η μνήμη μου να τα απορρίπτει, αλλά κάποια άλλα τα “μαγνητοφωνεί” και
υπάρχουν εκεί. Η επιλογή γίνεται ερήμην μου. Ο τρόπος που μιλούν τα παιδιά,
όπως και άλλοι άνθρωποι, γενικότερα, είναι εγγεγραμμένος στο κεφάλι μου. Αυτά
τα λόγια τα αναπαράγω, τα πλάθω και τα προσαρμόζω ανάλογα με τον ήρωα που έχω.
Η δυσκολία είναι μόνο στην αρχή. Από ένα σημείο και μετά ο ήρωας μιλάει “μόνος
του”. Μου πιάνει το χέρι και το μολύβι και μου λέει τι πρέπει να κάνω».
«ΑΥΤΗ τη φορά, στο “Η ζωή που δεν έζησα”, ήθελα να μιλήσω, μέσα από μια
κεντρική ιστορία, για τρία θέματα.
Πρέπει να είχα αναρωτηθεί από το παρελθόν πώς μια γυναίκα που δεν έχει ζήσει
τίποτα στη ζωή της, ξαφνικά, πολύ αργότερα, κάνει τα πιο παράλογα πράγματα.
Μια γυναίκα χορτασμένη συναισθηματικά αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικά τις
καταστάσεις. Μια γυναίκα στερημένη είναι ανίδεη και ανίκανη να αντιδράσει
μπροστά σ’ αυτό που θα της συμβεί. Δεν έχει την ψυχραιμία. Το αντιμετωπίζει
σαν έφηβη. Η Φανή δεν έχει ζήσει τα νιάτα της, δεν έχει ζήσει τον πραγματικό
έρωτα, δεν έχει ζήσει το σεξ, δεν έχει χτυπήσει η καρδιά της και πάει και
πέφτει στον πιο ακατάλληλο. Ξέρει ότι δεν έχει να κερδίσει τίποτα, ξέρει ότι
αυτός ο άνδρας μόνο στην καταστροφή την οδηγεί, αλλά, σαν ζόμπι, προς αυτόν κατευθύνεται.
Το δεύτερο που είχε για μένα τεράστιο ενδιαφέρον, ίσως γιατί είμαι μάνα δύο
αγοριών, ήταν το οιδιπόδειο που συνδέει μάνα τη Φανή και γιο. Η μάνα είναι
το πρότυπο. Η θεά, η ηρωίδα, η ομορφότερη, η σπουδαιότερη, η
“καταπληκτικότερη” και το αγόρι ψάχνει να βρει μια μάνα στη σύντροφό του. Τι
γίνεται όταν ο γιος βρεθεί, ύστερα από ένα διαζύγιο ή έναν θάνατο του πατέρα,
να παίζει και τον ρόλο του συζύγου, του προστάτη, στο μυαλό του μέσα και του
εραστή; Και πόσο μια γυναίκα που είναι μάνα και ιδιαίτερα αγοριών έχει το
δικαίωμα να ζήσει της ζωή της; Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα της Φανής: θα
ζήσει αυτόν τον έρωτα πληγώνοντας το παιδί της ή θα τον αποδιώξει και θα τον
“καταπιεί”, για να μη δημιουργηθεί θέμα»;
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ
|
Με τη Μυρτώ Αλικάκη και την Θέμιδα Μπαζάκα σε πάρτι για την «Αναστασία» στο «Rock n’ Roll» (αριστερά) και με τον γιο της Γιώργο Κύρτση, όταν έπαιξε τον Πάνο στο «Λόγω Τιμής»
|
Τη διακόπτω για να ρωτήσω αν έχει αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις με τους
δικούς της γιους.
«Οπωσδήποτε ναι. Το ζω! Τα παιδιά μου δεν είναι ανεκτικά με τη δική μου ζωή,
όπως είναι με του πατέρα τους. Θέλουν να με βλέπουν να είμαι μια σωστή μάνα,
μια κυρία, ο άνδρας ο οποίος αξίζει να σταθεί πλάι μου “δεν έχει γεννηθεί
ακόμα”, επομένως, οποιοσδήποτε υποψήφιος στα μάτια τους είναι απορριπτέος…
Παίζουν τον ρόλο του προστάτη. Με φροντίζουν, μου δίνουν συμβουλές, ανησυχούν
πάρα πολύ για μένα… Είναι το οιδιπόδειο. Αυτό όμως που ζω στο σπίτι μου δεν
είναι παθολογικό. Είναι καθημερινό. Αυτό που περιγράφω είναι παθολογικό. Γιατί
επιπλέον, εδώ, μάνα και γιος έχουν ζήσει πολλά χρόνια σε απόρριψη από τον
πατέρα και είναι σαν ένα άτομο.
Το τρίτο για το οποίο με ενδιέφερε να μιλήσω στη σειρά αυτή ήταν πόσο ένας
άνθρωπος, που κρύβει ζωντανή την ελπίδα μέσα του και που αγαπάει τη ζωή,
μπορεί να ζήσει την αγάπη, τη συγκίνηση, τον έρωτα έστω και εντός
εισαγωγικών έως και τα τελευταία του χρόνια. Όταν διατηρείς την ψυχή σου
ζωντανή και νεανική, τότε δεν υπάρχει ηλικία, δεν υπάρχει το “έγινα εξήντα
χρόνων, η ζωή μου τελείωσε, εγώ τώρα περιμένω τον θάνατο… ” Αυτό περνάει
μέσα από το πρόσωπο της Ιουλίας, μιας γυναίκας που δεν έχει γεράσει, γιατί
συνεχίζει να νιώθει τα ίδια συναισθήματα που ένιωθε όταν ήταν 18 χρόνων. Με
την έννοια της αγάπης στη ζωή. Να θέλει να ξυπνήσει την επόμενη μέρα για να
κάνει κάποια πράγματα, να ονειρεύεται το μέλλον της… Χωρίς να είναι αιθεροβάμων.
Ενώ παράλληλα υπάρχει και η ιστορία της Βιβής, της φίλης τής Φανής. Μιας
γυναίκας που έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τη Φανή και που αγαπάει
πάρα πολύ τη ζωή».











