* Το μπάσκετ είναι η ζωή μου και μου έχει προσφέρει τα πάντα. Ξέρω, όμως,

πότε θα σταματήσω

* Πρέπει να σταματήσουν να παίζουν στο Πρωτάθλημα οι ελληνοποιημένοι. Αν

δεν γίνεται, τουλάχιστον να μην έρθουν και άλλοι



Μόλις 14 μηνών, η Μαριέλα Φασούλα έχει μάθει τα περισσότερα μυστικά της

μπάλας από τον… χαζομπαμπά Παναγιώτη

ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ έμοιαζε για αυτόν κάτι άγνωστο, μέχρι να ασχοληθεί επαγγελματικά

και να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους μπασκετμπολίστες που ανέδειξε ποτέ η

γηραιά ήπειρος. Και όμως, ο Παναγιώτης Φασούλας θα μπορούσε να μην είχε

ασχοληθεί ποτέ με αυτό το άθλημα.

Έχοντας γυρίσει από μικρός όλη την Ελλάδα, ακολουθώντας τον πατέρα του Γιάννη

που ήταν στρατιωτικός, κάποια στιγμή βρέθηκε στο Λιτόχωρο και είχε την πρώτη

του επίσημη πρόταση ­ πριν από 20 και πλέον χρόνια ­ να παίξει στον Πιερικό

στη γειτονική Κατερίνη.

ΠΟΙΟΙ ΜΕ ΠΙΕΣΑΝ

«Μόνο με τη σκέψη πως έπρεπε να παίρνω το ΚΤΕΛ και να κάνω μία ώρα κάθε ημέρα

για να πηγαίνω στην Κατερίνη για προπόνηση, δεν το σκέφτηκα καθόλου και

προτίμησα να μην ασχοληθώ. Πιέσεις είχα και στο σχολείο, από τον αδελφό του

Κουκουλεκίδη του διαιτητή. Και οι δύο έπαιζαν στον Έσπερο Θεσσαλονίκης και με

πίεζαν και εμένα να παίξω, ενώ τελικά είχα μπει με τα χίλια ζόρια στην ομάδα

του σχολείου. Ήμουν σε ένα σχολείο, το 4ο Θεσσαλονίκης, που είχε βγάλει

πολλούς αθλητές, αλλά δεν έβλεπα τον λόγο γιατί να παίζω μπάσκετ. Τελικά μου

άρεσε και είδα πως αντί να περνώ όλες τις ώρες μου σε μία καφετέρια, σε ένα

μπιλιαρδάδικο ή σε κάποιες βόλτες, ήταν ωραίο να βρίσκομαι με παιδιά της

ηλικίας μου και να βγάζουμε τον άντρα που είχαμε μέσα μας ως έφηβοι» λέει ο

Φασούλας, που από νεαρή ηλικία ήταν ευθύς και έλεγε τα πράγματα με το όνομά

τους, ενώ δεν φοβόταν να πει αυτό που σκεφτόταν, και ας του στοίχιζε κάποιες φορές…

ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Η πρώτη του επαφή, πάντως, ήταν με το ποδόσφαιρο, αφού ήταν το πρώτο άθλημα

που παρακολούθησε ως πιο γνωστό εκείνη την εποχή.

«Τότε ήταν η εποχή του Παναθηναϊκού που είχε φτάσει στο Γουέμπλεϊ, ενώ και η

ΑΕΚ είχε πολύ μεγάλη ομάδα και όλοι ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο. Όμως δεν

ήταν δυνατόν κάποιος γονιός να φανταστεί το παιδί του ποδοσφαιριστή ή μπασκετμπολίστα».

Έτσι και οι γονείς του, ο Γιάννης με τη Μαρία Φασούλα, δεν μπορούσαν να

φανταστούν τον γιο τους μπασκετμπολίστα, αλλά ο Ορέστης Αγγελίδης είχε

διαφορετική άποψη, όταν είδε τον «Πάνι» (που σε ηλικία 15 χρόνων πλησίαζε τα

δύο μέτρα και στα 17 του τα είχε ξεπεράσει) όχι σε στάση λεωφορείου, όπως έχει

ειπωθεί, αλλά σε αγώνα.

ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΟΝ ΠΑΟΚ

«Δεν βρεθήκαμε ποτέ σε κάποια στάση λεωφορείου. Απλά ένας φίλος μου από την

ΚΝΕ, που έπαιζε και μπάσκετ, με πήρε και πήγαμε σε ένα ντέρμπι Άρη –

Ολυμπιακού. Εκεί με είδε ο Αγγελίδης και άρχισε να μου λέει κάτι

ακαταλαβίστικα για εμένα πράγματα. Πως θα γίνω μεγάλος, θα φτάσω ψηλά και μου

ανέφερε και ονόματα παικτών, όπως ο Καστρινάκης, ο Κατσούλης και άλλοι. Τελικά

με τα πολλά υπέγραψα συμβόλαιο. Ο ΠΑΟΚ τότε δεν ήταν η μεγάλη ομάδα, αλλά

έκανα την πιο σωστή επιλογή και δεν το μετάνιωσα, γιατί τότε ξεκίνησε το

χτίσιμο μιας μεγάλης ομάδας».

Ο Φασούλας έζησε από… πρώτο χέρι τη δημιουργία της αυτοκρατορίας του Άρη,

αλλά ως αντίπαλος και αυτό ήταν πιο οδυνηρό, αν και για τον «Πάνι» (που πήρε

ενδιάμεσα ένα Κύπελλο το 1984) η περίοδος 1982-’89 ήταν αυτή που του έμεινε

αξέχαστη στον ΠΑΟΚ.

Η ΚΟΝΤΡΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ

«Αυτή η ένταση που υπήρχε, αλλά και η ευκαιρία που είχαμε να γίνουμε εμείς η

ομάδα που θα πρωταγωνιστήσει, ήταν συναρπαστική. Ο Άρης ήταν πάντα ένα βήμα

μπροστά και υπερείχε στις λεπτομέρειες, αν και είχε και καλύτερους παίκτες.

Εμείς περάσαμε ένα στάδιο, όπως αυτό που είχε ο Παναθηναϊκός τα τελευταία

χρόνια κόντρα στον Ολυμπιακό. Αισθάνομαι τυχερός, αφού στην ζωή μου έζησα και

τις δύο πλευρές του νομίσματος».

ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ


Το 1992 πήρε το πρώτο του Πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ, αλλά έναν χρόνο αργότερα

έφυγε κακήν κακώς, παίρνοντας τον δρόμο προς την Αθήνα και τον Ολυμπιακό. Ήταν

τότε που είχε σκεφτεί ακόμα και να σταματήσει το μπάσκετ.

«Ναι, αν δεν έπαιρνα μεταγραφή ήμουν αποφασισμένος να σταματήσω. Αν με

ρωτούσες τότε, θα έλεγα ότι δεν πιστεύω πως θα έπαιζα μπάσκετ στα 35 μου.

Όμως, αυτά τα έξι χρόνια στον Ολυμπιακό ήταν τόσο ευχάριστα που ανανεώθηκα.

Εδώ βρήκα ανθρώπους που δεν κρίνουν τη φιλία από το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει

τόσο μεγάλος φανατισμός, τουλάχιστον στο ευρύτερο Λεκανοπέδιο, όπως είναι η

Γλυφάδα όπου μένω. Τις προάλλες είδα τον Μπουντούρη που έφευγε από αγώνα του

Παναθηναϊκού, και καθίσαμε να μιλήσουμε. Αυτό δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε

στη Θεσσαλονίκη με έναν παίκτη του Άρη. Όχι πως και στην Αθήνα δεν υπάρχουν οι

περίεργοι, απλά τα πράγματα είναι λίγο πιο ήρεμα και μπορείς να βγεις έξω και

να συναντήσεις τον παίκτη που λίγο πριν μπορεί να σε είχε κερδίσει».

ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΟΣ

Στον ΠΑΟΚ είχε δεχτεί προς το φινάλε του τον τίτλο του μοιραίου παίκτη (λάθος

πάσα στον τελικό του Κυπελλούχων με τη Ρεάλ στη Ναντ και σε έναν τελικό

Πρωταθλήματος με τον Άρη), ενώ στον Ολυμπιακό κατέκτησε τα πάντα.

«Δεν μπορείς να κάνεις υψηλού επιπέδου καριέρα για είκοσι χρόνια ή να γίνεις

μεγάλος αθλητής χωρίς να περάσεις και από το στάδιο του μοιραίου παίκτη, αλλά

και του κορυφαίου».

Όταν τον ρωτήσεις πότε θα σταματήσει το μπάσκετ αλλάζει ύφος και δείχνει να

ενοχλείται, αφού όλοι του κάνουν αυτή την ερώτηση: «Η αλήθεια είναι πως η ώρα

πλησιάζει, αν και μην φοβάστε, και ξέρω πότε πρέπει να φύγω. Γιατί δεν ρωτούν

ποτέ τους ξένους που έρχονται στην Ελλάδα σε μεγάλη ηλικία πότε θα σταματήσουν;».

ΤΡΕΧΩ ΣΑΝ 18ΑΡΗΣ

«Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι πολύ όμορφα και δεν νιώθω να με πονούν τα πόδια μου

ή να θέλω ειδική μεταχείριση. Στην προπόνηση θα κάνω το ίδιο πρόγραμμα με αυτό

που κάνει ο Πέττας. Δεν έχω πρόβλημα να τρέχω παρέα με 18άρηδες, αντίθετα αυτό

με ανανεώνει. Κάνουμε πλάκα, ενώ ποτέ δεν τους βλέπω με πατρικό ύφος. Αν τους

δώσω μία συμβουλή, θα είναι ως φίλος».

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΡΕΚΟΡ

Έχει ένα απίστευτο ρεκόρ (97 συνεχόμενα ευρωπαϊκά παιχνίδια σε συλλογικό

επίπεδο), ενώ σπάνια απουσιάζει όχι μόνο από ματς, αλλά και από προπόνηση.

«Δεν ξέρω αν αυτό ήταν λάθος μου, όμως έτσι ένιωθα και συνεχίζω να νιώθω.

Άλλωστε αυτή η συμπεριφορά τόσα χρόνια, εκτός του ότι με ικανοποιούσε, μου

έδωσε και μία αξιοπιστία. Έπαιζα πάντα ακόμα και με ενοχλήσεις, αφού δεν

νοείται αν πονάει το κεφάλι σου ή λίγο η μέση σου να μην παίζεις. Το μπάσκετ

είναι η ζωή μου και μου έχει προσφέρει τα πάντα».

ΣΤΟΝ ΠΣΑΚ

Θέλει πριν φύγει οριστικά από το μπάσκετ να έχει αφήσει ένα έργο και στον

ΠΣΑΚ, στον οποίο είναι πρόεδρος από το 1989 που ιδρύθηκε.

«Με ενδιαφέρει ο σύνδεσμος των παικτών να αποκτήσει κάποια οντότητα. Δεν είναι

δυνατόν να διακινούνται δισεκατομμύρια στο μπάσκετ και να μην πηγαίνει το

1/1.000 τουλάχιστον στο ταμείο των παικτών. Μπορεί ο ΠΣΑΚ να έχει κάνει λάθη

σε κάποιες επιλογές του, αλλά τουλάχιστον βοηθήθηκαν αρκετοί νέοι παίκτες.

Θέλω στους λίγους μήνες κατά τους οποίους θα μείνω ακόμα στον ΠΣΑΚ να

ισχυροποιηθεί και πάλι ο σύνδεσμος που έχει μείνει λίγο πίσω, ώστε να μπορεί

να δώσει μεγάλες λύσεις και στο μέλλον. Για εμένα το βασικό είναι να

σταματήσουν να παίζουν στο ελληνικό Πρωτάθλημα οι ελληνοποιημένοι και αυτό θα

πρέπει να το καταλάβουν και οι ίδιοι. Αυτοί που ήδη βρίσκονται στην Ελλάδα

καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο πλέον να φύγουν. Τουλάχιστον να μην έρθουν

άλλοι, αφού σε συνδυασμό με τους κοινοτικούς το πρόβλημα θα γιγαντωθεί».


Αξέχαστες στιγμές στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας το 1987, με τον Γκάλη, τον

Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά…

ΥΣΤΕΡΑ από 243 παιχνίδια (2ος σε συμμετοχές πίσω από τον Γιαννάκη) και 2.384

πόντους (3ος πίσω από Γιαννάκη και Γκάλη), ο Παναγιώτης Φασούλας το καλοκαίρι

έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του, όπως ήταν η Εθνική.

«Δεν ήταν το φινάλε που ονειρευόμουν τόσο από πλευράς επιτυχίας όσο και από

πλευράς προσφοράς εκατέρωθεν. Δεν υπήρχε λόγος να παίξω και έπρεπε να τελειώσω

στην Ατλάντα το 1996» λέει με ειλικρίνεια για την εθνική ομάδα, στην οποία

πολλές φορές συζητήθηκε, όπως το 1994, όταν είχε μία κόντρα με τον Ευθύμη

Κιουμουρτζόγλου και ο τελευταίος έφυγε από ομοσπονδιακός.

«Έχει βγει κάποια φήμη πως είχα κόντρες με προπονητές. Δεν αρνούμαι πως είμαι

απότομος και αντιδρώ ανάλογα. Όμως δεν είμαι εμπαθής και δεν δημιουργώ

προβλήματα. Τότε τον είχα πάρει τηλέφωνο και του ζήτησα συγγνώμη αλλά και να

επιστρέψει και να φύγω εγώ. Έχω ζήσει κοντά σε προπονητές με μεγάλη

προσωπικότητα. Έξι χρόνια δίπλα στον Ίβκοβιτς και άλλα τρία δίπλα στον

Ιωαννίδη. Δεν δημιούργησα καταστάσεις».

Δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ για την κορυφαία του στιγμή: «Το Ευρωμπάσκετ του

1987 άλλαξε όλη την προοπτική του αθλητισμού στην Ελλάδα, αφού δεν υπήρχαν

μέχρι τότε μεγάλες επιτυχίες. Εδώ άλλαξε η δική μας ζωή. Ενώ περιμέναμε να

μπούμε σε κάποια δουλειά στο Δημόσιο και να εξασφαλιστούμε, ξαφνικά βρεθήκαμε

με λεφτά και δόξα. Ήταν ένα πανελλήνιο πανηγύρι, αφού η επιτυχία ήταν απρόοπτη

και γι’ αυτό πανηγυρίστηκε τόσο. Νομίζω δεν μπορεί να επαναληφθεί.

Ίσως εάν η Εθνική ποδοσφαίρου κατακτήσει το Μουντιάλ, να πανηγυριστεί πιο

έξαλλα, αφού θα είναι ακόμα πιο απρόοπτο».

Το Ευρωμπάσκετ ίσως το έχανε αν έμενε όχι ένα, αλλά τέσσερα χρόνια στην

Αμερική όταν το 1985 πήγε στο πανεπιστήμιο της Νορθ Καρολάινα.

«Ίσως τώρα που το σκέφτομαι να άλλαζα το Ευρωμπάσκετ! Μεγάλη εμπειρία η

Αμερική και όλοι οι πιτσιρικάδες θα έπρεπε να θυσιάζουν τέσσερα χρόνια τους να

πηγαίνουν εκεί. Θα μάθαιναν πολλά στη χώρα του μπάσκετ. Εκεί ο ερασιτέχνης

παίκτης είναι 10 χρόνια μπροστά από τον εδώ επαγγελματία».

Με σχεδόν 1.000 κοψίματα είναι ο πρώτος μπλοκέρ στην ιστορία του ελληνικού

πρωταθλήματος.

Το προσωνύμιο «αράχνη» όμως του το έδωσε ένας ξένος, ο Ισπανός προπονητής

Μιγκέλ Ντίαζ.

«Δεν μπορώ να πω ότι συμπαθώ ιδιαίτερα αυτό το έντομο, όμως το συγκεκριμένο

παρατσούκλι με εκφράζει και μου αρέσει πολύ» ομολογεί.

Η ζωή του στην Αθήνα έτσι και αλλιώς άλλαξε προς το καλύτερο, όμως δύο

γεγονότα την σημάδεψαν… γλυκά. Τον Ιούλιο του 1995 παντρεύτηκε με την

εκλεκτή της καρδιάς του Μάσα Ζαχαρία και δύο χρόνια αργότερα (Σεπτέμβριος του

1997) ήρθε στον κόσμο και η κορούλα του Μαριέλα (Μαρία-Εμμανουέλα) κάνοντάς

τον απίθανο… χαζομπαμπά.

«Σίγουρα αναθεώρησα πολλά πράγματα στη ζωή μου, ιδιαίτερα με τη γέννηση της

κόρης μου. Πρώτα απ’ όλα ένιωσα έντονα την έννοια “θνητός”. Εγώ που δεν

φοβόμουν τα αεροπλάνα, πηγαίνοντας στη Μόσχα και μάλιστα με την Αεροφλότ που

τόσα ακούγονται, δεν ένιωθα άνετα. Ειλικρινά δεν με ένοιαζε για μένα, αλλά για

την κόρη μου. Βλέπεις, με τη γέννηση ενός παιδιού συνειδητοποιείς σιγά σιγά

πόσο μεγάλες ευθύνες έχεις απέναντι σε ένα άτομο που εξαρτάται αποκλειστικά

και μόνο από εσένα και τη μητέρα του. Τότε είναι που αρχίζεις να φοβάσαι μην

πάθεις κάτι. Τελικά είναι ένα κέρδος και αυτό» λέει η «αράχνη», που ακόμα δεν

έχει κατασταλάξει με τι θα ασχοληθεί όταν σταματήσει να παίζει μπάσκετ. Ένα

καμπ ή μία αντίστοιχη επιχείρηση ήταν στα σκαριά με τον Παναγιώτη Γιαννάκη.

«Θέλω με αυτό που θα ασχοληθώ να παρέχει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. Δεν έχω

ανάγκη να κάνω τώρα χρήματα ή να στηριχτώ απλά στο όνομά μου, το οποίο ο

κόσμος εκτιμά γιατί ποτέ δεν του είπα ψέματα. Η παραγωγική διαδικασία μου

αρέσει, αλλά θα ήθελα αυτή η παραγωγή να είναι υψηλή και αν ασχοληθώ με κάτι

τέτοιο θα αφιερωθώ σε αυτό με ιδιαίτερη σοβαρότητα».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.