ΗΤΑΝ Τετάρτη απόγευμα, γύρω στις 6, κι έβλεπα στην τηλεόραση τον αγώνα Ξάνθης

– ΠΑΟΚ. Χτύπησε το τηλέφωνο. «Ο Αχιλλέας είμαι…». «Τι γίνεται, ρε ψηλέ;».

«Σε παίρνω, όχι για καλό…», «Δηλαδή;», «Πέθανε ο Άκος Δασκαλόπουλος!».

Έμεινα ξερός! «Δεν είναι δυνατόν…», είπα, σοκαρισμένος, στον Θεοφίλου. «Κι όμως…».

Στις 9.30, ήρθε στο σπίτι μου ο Δημήτρης Διαμαντόπουλος, ο ζωγράφος. «Πέθανε ο

Άκος», τον πληροφόρησα. Έμεινε κι αυτός ξερός! Σκούπισε τον ιδρώτα από το

πρόσωπό του. «Δεν μπορώ να το πιστέψω… Τόσο νέος!…», ψιθύρισε. «Και τα

κανάλια φαίνεται πως δεν το πίστεψαν. Γι’ αυτό και στις ειδήσεις δεν του

αφιέρωσαν ούτε 30 δευτερόλεπτα!», μουρμούρισα, όλο τσαντίλα.

Ο Άκος. Ο Κυριάκος Δασκαλόπουλος. Ο στενός φίλος του Λοΐζου και του

Κουγιουμτζή, του Μαυρουδή και του Νίκου Καρούζου, ο άνθρωπος που αγαπούσε

παράφορα τον Εμπειρίκο και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ο ποιητής, που την πρώτη

ποιητική συλλογή του την εξέδωσε με χρήματά του ο Μάνος Χατζιδάκις…

Ήταν απ’ τους καλύτερους στιχουργούς της γενιάς μου! Με δικό του ύφος, με δικό

του βλέμμα πάνω στα πράγματα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τους πρώτους

στίχους του για τραγούδι τους μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης

Μαρκόπουλος. Ναι, ήταν από τους καλύτερους! Αλλά δεν έκανε φασαρία. Δεν ήξερε

από δημόσιες σχέσεις και κόλπα. Κόλπα που χρησιμοποιούν κατά κόρον διάφοροι

νέοι του επαγγέλματος, τα τελευταία χρόνια.

Τον αγαπούσα. Γιατί ήταν ένα σπουργιτάκι. Δεν τον ένοιαζαν τα λεφτά, δεν

έτρεχε πίσω από συνθέτες και τραγουδιστές, για να γεμίσει το πουγκί του. Το

μόνο που τον ενδιέφερε, ήταν η βάρκα του. Ένα πλεούμενο, που το ‘χε αγοράσει

με μύριες θυσίες. Εκεί, σ’ αυτό το πλεούμενο, περνούσε τα καλοκαίρια του, με

ψωμί, ελιές, φρούτα και κρασί. Και βιβλία. Πολλά βιβλία. «Είναι υπέροχος ο

κάπταιν!», μου ‘λεγε ο Καρούζος, ζυγιάζοντας στη χούφτα του τα ζάρια, καθώς

παίζαμε τάβλι, στο καφενείο. Κι ύστερα, ενώ έπινε μια χοντρή γουλιά από το

ούζο του, άρχιζε να μου διηγείται ιστορίες, για τη Σκόπελο, τον «κάπταιν», τον

Λοΐζο, την αφεντιά του κι ένα γλάρο, που πετούσε ολόγυρά τους κάθε βράδυ, που

τον λέγανε Λευτέρη…

Τώρα, ο Άκος ταξιδεύει. Ψέματα ­ δεν ταξιδεύει. Έφτασε. Είναι μαζί με τους

κολλητούς του. Τον Μάνο και τον Νίκο. Θα ‘χουν ανοίξει κι ένα τάβλι, σε

κάποιαν αμμουδιά τ’ ουρανού και θα παίζουν «βίδο». Κι ο «κάπταιν» θα κλέβει.

Κι ο Καρούζος θα αγανακτεί και θα βρίζει. Κι ο Λοΐζος θα πιάνει την κιθάρα και

θα τους τραγουδάει, γλυκά, το «Ακορντεόν». Για να πάψουν να τσακώνονται. Και

να ‘ρθει στην παρέα κι ο Νεγρεπόντης, που κόβει βόλτες λίγο πιο πέρα…

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000