|
Νατάσα Γερασιμίδου: Θα ζήσω. Θα τραγουδάω, θα ζωγραφίζω, θα μαγειρεύω, θα σιδερώνω, θα κεντάω, θα κάνω έρωτα…
|
«Μου φώναξαν μια μέρα κάτι παιδιά, εδώ στο Πανόραμα που ‘κανα βόλτα: Ε, εσύ
πού κουρεύεσαι; Στο Θεαγένειο, τους είπα. Έχω καρκίνο και για να θεραπευθώ πάω
εκεί και με κουρεύουν… Πληγώθηκαν. Κατάλαβαν και πικράθηκαν. Μου ζήτησαν
συγγνώμη. Τα παιδιά έχουν ψυχή…»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Γραφείο Βόρ. Ελλάδας
ΤΗ Νατάσα Γερασιμίδου τη βρήκα το πατρικό της, στο Πανόραμα. Κεντούσε σ’ έναν
τσεβρέ λουλουδάκια.
Στο τραπεζάκι της βεράντας, ένα γλαστράκι με μοβ βιολέτες κι ένα άλλο,
μεταλλικό, μ’ ένα μεταλλικό ζουμπούλι. Είναι δικό της έργο γλυπτό. Φτιαγμένο
από το σπιράλ του μπάνιου…
Μπροστά από τη βεράντα απλώνεται το δάσος. Καμένο από την πρόσφατη πυρκαγιά.
Ένας δρόμος χωρίζει το σπίτι από τα αποκαΐδια.
Εκεί μπροστά έχει ένα πρόχειρο κιόσκι, με τραπέζι και καθίσματα, όλα φτιαγμένα
από κομμένους κορμούς δέντρων.
«Το ‘φτιαξα μόνη μου. Πήρα τους κορμούς που ‘χαμε κόψει, για να γλιτώσουμε το
σπίτι. Δεν μπορούσα να τα βλέπω έτσι νεκρά. Τα ‘φτιαξα κάτι ζωντανό».
Θέλει να φωτογραφηθεί στον κήπο. Στο τοιχάκι.
«Το ‘χτισα μόνη μου. Πέτρα, πέτρα. Με τα χέρια μου».
Με πιάνει να κοιτάζω το κεφάλι της.
Δεν είμαι πιο όμορφη έτσι; Έχω όμορφο κεφάλι. Μπορώ και χωρίς τα μαλλιά μου.
Γιατί δεν φοράς περούκα;
Μα έτσι είμαι. Δεν μ’ αρέσει να φοράω πάνω μου ξένα πράγματα.
Ετοιμάζει καφέ.
«Φέρε κι ένα σταχτοδοχείο», της φωνάζω, μη σηκώνεσαι συνεχώς…
Σου ‘πε κανείς πως είμαι άρρωστη; Μια χαρά είμαι. Γιατί ξαναχτύπησε «αυτός»;
Θα τον παλέψω. Θα τον χτυπήσω κι εγώ… Έκανα ήδη τρεις χημειοθεραπείες. Δεν
είναι τίποτα οι χημειοθεραπείες, μόνο που σου πέφτουν τα μαλλιά. Οι ενέσεις
πονάνε λίγο, αλλά… δεν βαριέσαι, συνέρχεσαι.
Το σπίτι είναι όμορφο. Μια παλιά λάμπα με σκαλίσματα είναι της γιαγιάς μου,
λέει, από τη Ρωσία πολλές εικόνες, κεντήματα, πλεκτά, κοχύλια της θάλασσας,
ζωγραφιές, φωτογραφίες. Η Νατάσα, ο Κώστας ο σύντροφός μου, λέει με καμάρι
τα παιδιά, ο παππούς Γιωρίκας, η γιαγιά Ανάστα.
Είναι όμορφα εδώ κι ας έχει τα καμένα μπροστά.
«Εμείς είμαστε οι κανονικοί, οι παλιότεροι Πανοραμίτες. Οι άλλοι είναι…
Παρανομίτες», μου λέει.
Γελάει συνέχεια.
«Ο εξωτερικός κόσμος του κόσμου», έτσι τιτλοφορεί την έκθεση των έργων στο
πολιτιστικό κέντρο της Νομαρχίας στη Θεσσαλονίκη.
Είναι η πρώτη της ατομική. Έκανε κι άλλες παλιά, στην Αθήνα αλλά και στην Αμερική.
Λάδια σε μουσαμά, λάδι σε μουσαμά και χαρτί (μισό κολάζ), πλαστικό σε σανίδι,
ζωγραφιές σ’ ένα παλιό παραθύρι και μινιατούρες με μελάνι πάνω σε παλιά τεφτέρια.
Κι ο εσωτερικός κόσμος;
Ε, αυτός δεν ζωγραφίζεται. Δεν ξέρω αν έχουν εσωτερικό κόσμο οι άνθρωποι. Τι
να ζωγραφίσω; Συκώτια, σπλήνες, έντερα;
Τα έργα της έχουν χρώματα. Πολλά χρώματα, σε απίστευτους αλλά «ιδανικούς»
συνδυασμούς. «Ο δικός μου ο εσωτερικός κόσμος είναι πολύχρωμος. Και κυρίως…
ζωντανόχρωμος. Δεν έχει, όμως, κόκκινο. Αυτό το φοβάμαι. Μου θυμίζει αίμα. Εγώ
είμαι μπλε, μπλε ελεκτρίκ σαν το σπίτι του Θεού».
Ο ΘΕΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ
Μιλάει για τον Θεό. Τον δικό της.
«Υπάρχει και τον είδα. Μου ‘το πε πως θα γίνω καλά. Μιλάω μαζί του από τότε
που μου είπαν πως αρρώστησα. Πέρασαν πέντε χρόνια. Έγινα καλά. Μου λείπει το
ένα στήθος. Φοβόμουν αν θα ενοχλήσει τον σύντροφό μου. Μου φτάνει και το άλλο,
μου είπε… Γεμίζω το σουτιέν με ένα πλαστικό κι είμαι μια χαρά…».
Σου στάθηκαν οι άνθρωποι σ’ αυτό τον Γολγοθά;
Όχι όλοι… Θυμάμαι, πήγα στην Εφορία. Ζητούσα να πληρώσω με δόσεις. Κι αν
πεθάνεις; Εσύ έχεις καρκίνο, ποιος θα πληρώσει, μου είπε η υπάλληλος… Δεν το σχολίασα…
Διακόπτουμε απότομα την κουβέντα. Στην τηλεόραση εμφανίζεται ο Κώστας Καπράλος.
Ο «σύντροφός μου», λέει, και το εννοεί…
Θα το αντιμετώπιζες χωρίς τον Κώστα δίπλα σου;
Θα είχα πάντα κάποιον κοντά μου. Δεν υπήρξε στιγμή στη ζωή μου που να μείνω
μόνη μου. Όχι πως δεν του οφείλω πολλά. Όταν τους αγαπάς τους άνδρες, τους
φροντίζεις, τους ανεβάζεις ψυχολογικά, δεν φεύγουν ποτέ…
Δεν νιώθω ούτε μια στιγμή ότι μιλάω με μια άρρωστη.
Τι θες να κάνεις όταν γίνεις καλά;
Θα ζήσω. Θα τραγουδάω, θα ζωγραφίζω, θα μαγειρεύω, θα σιδερώνω, θα κεντάω,
θα κάνω έρωτα…
«ΜΕ ΤΟ ΕΤΣΙ ΘΕΛΩ»
Νικιέται ο καρκίνος;
Φυσικά και νικιέται. Θεραπεύεται. Ο άνθρωπος είναι ατομική βόμβα. Έχει τόση
δύναμη, που μπορεί να καταστρέψει ό,τι θέλει. Εμείς φτιάξαμε ατομικές βόμβες
και καταστρέψαμε ανθρώπους. Ένα τόσο δα πραγματάκι δεν μπορούμε να
καταστρέψουμε; Θα τον θεραπεύσω τον καρκίνο με το έτσι θέλω. Με το θέλω μου…
Κι ο θάνατος; Τον φοβάσαι;
Γνωριζόμαστε πια. Κι όταν τον γνωρίζει κάποιος, μπορεί και να του ζητά
χάρες. Με τους ξένους είναι πιο δύσκολα. Εμείς γίναμε φιλαράκια… Του ζήτησα
να μ’ αφήσει ήσυχη. Θα το κάνει…
Γράφει επιστολές στον καρκίνο της!
«Μικρό μου τερατάκι, ξέρω πόσο πολύ αγωνίζεσαι για να ζήσεις. Νιώθω τον πόνο
σου, όταν περνάει μέσα μας το κόκκινο φάρμακο.
Πονάμε μαζί. Δεν είναι όμως άδικο να πεθάνουμε και οι δυο; Σύμφωνα με τους
νόμους της φύσης, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Χωρίς εμένα δεν ζεις, ενώ
εγώ… Είμαι το μεγάλο ψάρι στην προκειμένη περίπτωση. Δεν έχω ξανακάνει
έγκλημα, ούτε θα το ‘θελα ποτέ, αλλά αυτή τη φορά είμαι αναγκασμένη να σε σκοτώσω…».
Τι φοβάσαι;
Σταματάει να χαμογελά…
Τους ανθρώπους. Ίσως γι’ αυτό τους αγαπάω πολύ. Για να ξορκίσω το φόβο μου…








