Για μία ακόμη χρονιά, τα παιδιά μας μπήκαν στη δοκιμασία των Πανελλαδικών που πολλοί υπουργοί Παιδείας θέλησαν να αλλάξουν, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να αλλάξει το όνομά τους: Γενικές, Πανελλήνιες Πανελλαδικές… Η «ταραγμένη ζώνη» του εκπαιδευτικού μας συστήματος, δηλαδή η σχέση Λυκείου – ΑΕΙ, παραμένει μια «σχέση στενών δεσμών» και «υψηλών δασμών»…
Αυτό γιατί οι Πανελλαδικές ουσιαστικά καταργούν το Λύκειο, μετατρέποντάς το σε «προθάλαμο του πανεπιστημίου», σε χώρο «εκγύμνασης παπαγάλων», καταργώντας την κριτική σκέψη, τον παιδαγωγικό, κοινωνικοπολιτικό και πολιτιστικό ρόλο του Λυκείου. Και πώς βέβαια να καλλιεργηθεί η κριτική σκέψη των μαθητών με το ένα σχολικό βιβλίο ανά μάθημα (στα ΑΕΙ ενός συγγράμματος), κατάλοιπο δύο δικτατοριών, του Μεταξά και του Παπαδόπουλου;
Ταυτόχρονα, είναι και μια «σχέση υψηλών δασμών», αφού η προετοιμασία για τις Πανελλαδικές και ο κλειστός αριθμός εισακτέων (numerus clausus, από το 1930) που το κράτος αποφασίζει, καταργώντας την αυτονομία των ΑΕΙ, γιγαντώνουν την παραπαιδεία, ανεβάζοντας κατακόρυφα την οικογενειακή ιδιωτική δαπάνη. Αν στη χώρα μας υιοθετούνταν ο ακραίος εκπαιδευτικός νεοφιλελευθερισμός (Θάτσερ, 1988, με το national curriculum), με την καθιέρωση της «γονεϊκής επιλογής» και των «σπιτοσχολείων» με τα «κουπόνια παιδείας», το ελληνικό Λύκειο θα έμενε χωρίς μαθητές…
Η κατάργηση των Πανελλαδικών και η θεσμοθέτηση του «εθνικού απολυτηρίου» (ΕΑ) αποτελούν δεκαετίες τώρα ευρωπαϊκό κεκτημένο (Abitur, Bac), ενώ και η ελληνική επιστημονική κοινότητα έχει τεκμηριώσει πλήρως την ανάγκη καθιέρωσής του (βλ. Κασσωτάκης – Παπαγγελή, Δημαράς με το βιβλίο του «Εθνικό απολυτήριο», πρόταση ΕΣΥΠ επί προεδρίας Γ. Μπαμπινιώτη, αρθρογραφία, συνέδρια κ.λπ.). Επομένως, αυτό που σήμερα λείπει δεν είναι η εκ νέου θεωρητική ενασχόληση με το θέμα, αλλά η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του ΕΑ.
Ποιος, επομένως, ο λόγος συγκρότησης της «Επιτροπής (106!!!!) Σοφών» για το ΕΑ, όταν μάλιστα η κυβέρνηση είχε εξαγγείλει ότι θα το καθιερώσει, διατηρώντας όμως και τις Πανελλαδικές; Το δράμα των μαθητών θα αναβαθμιζόταν σε τραγωδία… Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν καταγραφεί (ενδεικτικά, οι σημαντικότερες): ανάπτυξη ενός πειστικού δεύτερου εναλλακτικού εκπαιδευτικού δρόμου, εκείνου της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας. Πώς θα απαιτήσει η πολιτεία από τον εκπαιδευτικό να αξιολογήσει αντικειμενικά τους μαθητές του, όταν ποτέ δεν τον δίδαξε πώς να το κάνει; Επιμόρφωση εκπαιδευτικών, αλλά και γονέων. Απαιτείται αλλαγή κουλτούρας και αυτό θέλει πολύ χρόνο. Η σημαντικότερη, βέβαια, προϋπόθεση για την επιτυχία μιας μεταρρύθμισης είναι η συναίνεση εκείνων που θα την εφαρμόσουν, των εκπαιδευτικών. Με έναν, όμως, κακοπληρωμένο εκπαιδευτικό και με δυσμενείς συνθήκες εργασίας, η αποτυχία και αυτής της προσπάθειας είναι δεδομένη.
Ας ζητήσουμε συγγνώμη από τα παιδιά, γιατί το πολιτικό σύστημα, η επιστημονική κοινότητα και οι εκπαιδευτικοί φορείς δεν καταφέραμε να τα απαλλάξουμε από το άγχος των Πανελλαδικών. Ετσι, τους αφαιρέσαμε το δικαίωμα να είναι παιδιά, τους κλέψαμε τη νιότη τους, δεν τα αφήνουμε να ονειρευτούν και, αντί να «στήσουμε» ένα σχολείο που προετοιμάζει πολίτες, σε μια παιδαγωγική κοινότητα μάθησης και αναζήτησης της γνώσης με πλοηγό τον εκπαιδευτικό, εμείς τους στέλνουμε στα φροντιστήρια για να κερδίσουν μια «θέση στον ήλιο»…
Ο Σήφης Μπουζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, μέλος ΣΔ του ΕΑΠ








