Πριν από λίγες μέρες μιλούσα με τον γιο μιας φίλης μου. Ενα παιδί γύρω στα 25 του χρόνια, πολιτικοποιημένο – τουλάχιστον με την τρέχουσα έννοια του όρου. Κυρίως δηλαδή, κατεβαίνει σε όλες τις πορείες διαμαρτυρίας, συμμετέχει σε όλα τα σχετικά χάπενινγκ, είναι φίλος διαφόρων συλλογικοτήτων, δεν θέλει τον ουρανοξύστη στο Ελληνικό, ούτε ανεμογεννήτριες στα βουνά, ούτε μετρό στα Εξάρχεια, ούτε αναμόρφωση στον Λόφο του Στρέφη· φυσικά είναι εναντίον του gentrification της πόλης, εναντίον των rbnb, εναντίον του Ισραήλ και, βέβαια, το αγαπημένο του αξεσουάρ είναι η καφίγια. Α, και η αγαπημένη του τραγουδίστρια η Μποφίλιου – παθαίνει δε έξαρση όταν την ακούει να τραγουδά «Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον», ναι το τραγούδι του Μικρούτσικου και του Λάδη που το ξέρουμε από τη δεκαετία του 1970 με τη Μαρία Δημητριάδη.
Μου έλεγε λοιπόν το συμπαθέστατο αυτό αγόρι ότι είναι απογοητευμένο, επειδή παρά τους «αγώνες» η κατάσταση παραμένει ασφυκτική κι απελπιστική και το μέλλον άδηλο και ζοφερό. Οταν τον ρώτησα ποιους αγώνες εννοεί, μου ανέφερε όλα, σχεδόν, τα παραπάνω. Κι έτσι, ανοίξαμε μια συζήτηση που, τελικά, τη ψιλομετάνιωσα αφού δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Διότι ξεχνάω κι εγώ ότι κάποιες έννοιες δεν μεταφράζονται με τον ίδιο τρόπο από όλες τις ηλικίες και σε όλες τις εποχές. Για παράδειγμα, στη δική μου γενιά, η λέξη «αγώνας» είναι ταυτισμένος με την αντιδικτατορική δράση και το Πολυτεχνείο. Οταν δηλαδή συμπεριλάμβανε το ρίσκο της σύλληψης, των βασανιστηρίων, της φυλάκισης, της απομόνωσης, της εξορίας. Ο νεαρός όμως είναι «αρπαγμένος» με τη λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου· διότι θεωρεί ότι συμβιβάστηκε, κατέβασε τα λάβαρα και έβαλε το δάχτυλο στο μέλι της εξουσίας.
Σήμερα ωστόσο, λέω να πάρω τηλέφωνο τον νεαρό φίλο μου· και να του διηγηθώ μια ιστορία. Διότι, σαν σήμερα, πριν από ογδόντα πέντε χρόνια, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει την Αθήνα, δύο 19χρονοι φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, σκαρφάλωσαν στη φρουρούμενη Ακρόπολη, κατέβασαν τη σβάστικα και ανέβασαν την ελληνική σημαία. Δεν ξέρω αν πρόκειται ακριβώς για αγώνα, αλλά από αυτήν την αποκοτιά προέκυψε μια φωτογραφία με τη γαλανόλευκη να κυματίζει – έστω και για λίγη ώρα – στον Ιερό Βράχο που, μέσα στον πόλεμο, έγινε σύμβολο ηρωισμού κι αντίστασης. Οι γερμανικές αρχές καταδίκασαν τον Γλέζο και τον Σάντα ερήμην εις θάνατο, τους συνέλαβαν έναν χρόνο μετά, τους έκλεισαν φυλακή με τη θανατική καταδίκη να κρέμεται σαν σπαθί πάνω από το κεφάλι τους, ενώ τις επόμενες δεκαετίες πηγαινοέρχονταν, λόγω πολιτικών φρονημάτων, από φυλακή σε εξορία, και μάλιστα με ανήκεστες βλάβες στην υγεία τους.
Ο νεαρός φίλος μου μπορεί να ξέρει άκρες μέσες την ιστορία του Γλέζου και του Σάντα. Ισως όμως να είναι αυτή η ευκαιρία να καταλάβει κάποια πράγματα ως προς την έννοια του αγώνα. Οτι, δηλαδή, δεν πρόκειται για παράσταση προς δημιουργία εντυπώσεων αλλά για πράξη σχεδόν «μυστική» με μεγάλα ρίσκα που δεν έχει πρωταγωνιστές αλλά αποτελέσματα, έστω ή μάλλον κυρίως, συμβολικά. Ολα τ’ άλλα είναι επαναστατική γυμναστική.








