Το κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης υπήρξε για δεκαετίες ένα σύστημα περιορισμένου πολυκομματισμού, με έντονη πολιτική πόλωση, αλλά ταυτόχρονα κεντρομόλο δυναμική. Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης γνώρισε μεγάλα μαζικά κόμματα, τα οποία λειτουργούσαν ως φορείς κοινωνικής εκπροσώπησης και πολιτικής ενσωμάτωσης ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Τα κόμματα συγκρούονταν σε επίπεδο ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών, ωστόσο σε επίπεδο κομβικών δημόσιων πολιτικών υπήρχε και σύγκλιση. Παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις, το κομματικό σύστημα διέθετε σταθερότητα και σχετικά προβλέψιμους όρους πολιτικού ανταγωνισμού.

Σήμερα αντιθέτως, το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και ρευστότητα. Ο κομματικός υπερπληθωρισμός, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος – αν διεξάγονταν εκλογές την ερχόμενη Κυριακή θα προέκυπτε πιθανότατα μια τουλάχιστον οκτακομματική Βουλή –, χωρίς ισχυρή αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος αλλά και χωρίς πραγματική δυνατότητα διεκδίκησης της πρωτιάς εκ μέρους του δεύτερου κόμματος, δημιουργεί μια εικόνα αποσύνθεσης του κομματικού συστήματος της Μεταπολίτευσης.

Τα νέα κομματικά μορφώματα δεν συγκροτούνται γύρω από συνεκτικά κοινωνικά συμφέροντα, σταθερές πολιτικές διαιρέσεις ή προγραμματικά αιτήματα. Αναδύονται περισσότερο, ως φορείς διάχυτης δυσαρέσκειας, συναισθημάτων θυμού και απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται έτσι από το πεδίο των κοινωνικών συμφερόντων και των συλλογικών ταυτοτήτων σε εκείνο της συναισθηματικής κινητοποίησης, της αντισυστημικής διάθεσης και της προσωποποιημένης πολιτικής εκπροσώπησης.

Σε αυτή τη νέα συγκυρία, η κομματογένεση εμφανίζεται αρχηγοκεντρική. Δεν πρόκειται πλέον για κόμματα που αναδύονται «από τα κάτω», ως εκφράσεις κοινωνικών ομάδων ή πολιτικών ρευμάτων, αλλά για πολιτικά εγχειρήματα που συγκροτούνται «από τα πάνω», γύρω από πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα, ισχυρό επικοινωνιακό αποτύπωμα και έντονη συμβολική επιρροή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτού του τύπου τα πολιτικά εγχειρήματα κατορθώνουν να αποκτήσουν σταθερή κοινωνική γείωση ή αν πρόκειται για επικαιρικές εκφράσεις πολιτικής δυσαρέσκειας, οι οποίες λειτουργούν περισσότερο ως συμπτώματα της κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης, χωρίς να συμβάλλουν στην υπέρβασή της.

Η περίπτωση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού είναι ενδεικτική αυτής της τάσης. Πρόκειται για ένα πολιτικά αδιαμόρφωτο και ιδεολογικά χαμηλής πυκνότητας εγχείρημα, ένα είδος generic αντισυστημικού μορφώματος που περισσότερο επιδιώκει να συσπειρώσει ετερογενείς μορφές δυσαρέσκειας παρά να εκφράσει ένα συνεκτικό κοινωνικό ή πολιτικό σχέδιο. Η δυναμική του φαίνεται να αντλείται από ένα ακροατήριο με έντονα αντισυστημικά χαρακτηριστικά, συνωμοσιολογικές αντιλήψεις και στοιχεία θρησκόληπτης – όχι κατ’ ανάγκην θρησκευόμενης – πολιτισμικής ταυτότητας, το οποίο εκφράζει περισσότερο μια διάχυτη δυσπιστία προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και τις εγχώριες και ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ παρά ένα συγκροτημένο πολιτικό αίτημα.

Παράλληλα, το ενδιαφέρον στρέφεται εκ νέου στον Αλέξη Τσίπρα και στην πολιτική επανεμφάνισή του. Ο κ. Τσίπρας φαίνεται να επενδύει συστηματικά στη χρήση ιστορικών και πολιτικών συμβόλων, επιχειρώντας να εκπέμψει ένα σκόπιμα αμφίσημο μήνυμα, το οποίο θα του επιτρέψει να δημιουργήσει διαδρόμους επικοινωνίας με ευρύτερα και ετερογενή εκλογικά ακροατήρια, τόσο εντός της Αριστεράς όσο και πέραν αυτής. Η προσπάθεια αυτή παραπέμπει σε μια μορφή «omnibus» πολιτικού σχήματος (ΕΛΑΣ) που επιδιώκει να συγκεράσει μεταξύ τους πολύ διαφορετικές ιστορικές μνήμες και πολιτικές κληρονομιές και να κινητοποιήσει διαφορετικές κοινωνικές ευαισθησίες. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η στρατηγική διεύρυνσης ενέχει και τον κίνδυνο ιδεολογικής ασάφειας και πολιτικής ασυνέχειας.

Η ταυτόχρονη επίκληση πατριωτικών, λαϊκιστικών και αντισυστημικών στοιχείων και συμβολισμών μπορεί μεν, δυνητικά, να διευρύνει το κοινό με το οποίο μπορεί να συνομιλήσει ο κ. Τσίπρας, δυσκολεύει όμως τη συγκρότηση ενός συνεκτικού πολιτικού και ιδεολογικού σχεδίου, ικανού να προσδώσει κοινωνική εδραίωση και σε βάθος προοπτική σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail